Αρχική Μητροπολίτης Συνεντεύξεις Ο Θεός δεν είναι Έλληνας
Ο Θεός δεν είναι Έλληνας PDF Εκτύπωση E-mail

Συνέντευξη Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεόφυτου στο ετήσιο περιοδικό «Δημοσθένης» της Εμπορικής Σχολή Μιτσή Λεμύθου τον Μάρτιο του 2006

Με λόγο τολμηρό, με αμεσότητα και διεισδυτικό βλέμμα, με γρήγορη σκέψη, με χιούμορ αλλά και καυστικότητα, συνομίλησε με τους μαθητές μας ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος κατά την επίσκεψη του στη Σχολή Μιτσή στις 16 Μαρτίου 2006. Αφού πέρασε από τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου, είχε μια συζήτηση με όλα τα παιδιά του Λυκείου. Δέχθηκε πολλές ερωτήσεις και θυμήθηκε τα δικά του μαθητικά χρόνια. Στη συνέχεια παραχώρησε συνέντευξη στις μαθήτριες της Γ΄ Λυκείου Αντριάνα Κουλούρη, Γαβριέλλα Μαυρή, Στέλλα Παπαστυλιανού και Κλειώ Σάββα. Μιλά για τις έριδες των ιεραρχών και τις αρχιεπισκοπικές εκλογές. Εξηγεί γιατί πηγαίνει στα κατεχόμενα και απαντά στις επικρίσεις. Αναφέρεται στο «θαύμα» που ζει στη μητρόπολη του με την αύξηση των πιστών που εκκλησιάζονται και εξομολογούνται. Μιλά για τους νέους και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, αλλά και για τη μουσική, που αγαπά ιδιαίτερα. Στέλλα Παπαστυλιανού: Στις μέρες μας κάποιοι ιεράρχες, ενώ διδάσκουν την αγάπη και την αλληλοκατανόηση, δεν τις εφαρμόζουν στην πράξη, όπως τουλάχιστον φαίνεται από δηλώσεις και συνεντεύξεις τους στα ΜΜΕ. Ως αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι απομακρύνονται από την Εκκλησία. Ποια είναι η δική σας θέση;

Μητροπολίτης Μόρφου: «Είναι αλήθεια ότι οι ιεράρχες τα τελευταία χρόνια δεν έχουν δώσει και την καλύτερη εικόνα, που έπρεπε να έχουν στην κυπριακή κοινωνία και στην Εκκλησία της Κύπρου. Ο λόγος είναι η αδυναμία του σημερινού Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου να ελέγξει τα πράγματα, ιδιαιτέρως μετά τα γεγονότα Παγκρατίου, τα οποία σας υπενθυμίζω ότι ξεκίνησαν από τα όρια της Μητροπόλεως Μόρφου. Εκεί φάνηκε η αδυναμία του Αρχιεπισκόπου μας να ελέγξει εκκλησιαστικές κρίσεις. Αυτή η αδυναμία συνεχίστηκε μετά, στην εκλογή του Μητροπολίτη Λεμεσού και στη διαχείριση της σχέσης Μητροπολίτη Λεμεσού και Μητροπολίτη Πάφου. Στη συνέχεια ήρθε η εκλογή του Επισκόπου Κύκκου, ενώ αργότερα ήρθε η τραγική στιγμή της πτώσης του Μακαριωτάτου, με αποτέλεσμα να δεχθεί μια τόσο μεγάλη πληγή που να μην του επιτρέπει πλέον να ασκήσει τα καθήκοντά του. Όχι απλά τα διοικητικά, αλλά ούτε καν τα λειτουργικά καθήκοντα, δηλαδή να μπορεί να λειτουργήσει. Οπότε, θέλοντας και μη θέλοντας, οι ιεράρχες της Κύπρου αντιλαμβάνονται ότι αργά ή γρήγορα το ζήτημα της διαδοχής θα είναι κάτι το οποίο θα βρουν μπροστά τους. Και αναπτύσσεται εκεί η κατά πάντα ανθρώπινη διάσταση της διαδοχής, άρα αναπτύσσεται η φιλοδοξία. Η οποία από τη στιγμή που θα γίνει εμμονή, γίνεται πάθος. Και οι ιεράρχες μας είναι άνθρωποι, μην το ξεχνούμε αυτό. Μερικοί εκ των ιεραρχών, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο, μπήκαν στη διαδικασία της φιλοδοξίας και μερικοί τώρα βρίσκονται σε μεγάλη έξαρση. Αισθάνονται, κι αυτό είναι το πιο ευγενές, ότι έχουν μερικοί τα προσόντα να τον διαδεχθούν και να μπορέσουν να δώσουν το κάτι άλλο στη σύγχρονη Εκκλησία της Κύπρου του 21ου αιώνα. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν τέσσερις υποψήφιοι. Αντιλαμβάνεστε ότι εξαιτίας αυτής της αφορμής τα πάθη, οι διαφορετικές προσεγγίσεις, ενίοτε πλαστές ή πραγματικές, υποβόσκουν στις σχέσεις ορισμένων ιεραρχών. Εγώ χαίρομαι που ως Μητροπολίτης Μόρφου, τα έφερε έτσι τα πράγματα ο Θεός να είμαι μακριά πρώτον από το πάθος της φιλοδοξίας. Παρόλο που και μένα σε μία στιγμή πήγε αυτό το πάθος να με αγκαλιάσει. Αλλά το αποποιήθηκα πότε με ευγένεια και πότε με βιαιότητα. Επίσης, αισθάνομαι ότι ναι μεν υπάρχει αυτή η έξαρση της φιλοδοξίας των ιεραρχών και οι δηλώσεις και αντιδηλώσεις, όμως δεν θα συμφωνήσω μαζί σας ότι αποτέλεσμα αυτής της έντασης στη σχέση των ιεραρχών είναι ότι υπάρχει το φαινόμενο της απομάκρυνσης των πιστών από την Εκκλησία.»

Σ.Π.: Πώς το στηρίζετε αυτό;

Μ.Μ.: «Στα εφτά χρόνια που είμαι Μητροπολίτης, έχουμε φτιάξει εβδομήντα εκκλησίες με χρήματα που παίρνουμε από τον κόσμο. Και σ’ αυτά τα εφτά χρόνια υπήρχαν κρίσεις και διχασμοί, αλλά ο κόσμος δεν είπε ποτέ «δεν δίνουμε χρήματα για το τάδε έργο που θα φτιάξει η Εκκλησία στο χωριό μας». Ζω ένα θαύμα στην περιοχή μου. Φτιάξαμε κατασκήνωση, φτιάξαμε μοναστήρι, ένα γηροκομείο για τους ηλικιωμένους της περιοχής μας, φτιάξαμε την ίδια τη Μητρόπολη, δύο χορωδίες ελληνικής μουσικής και φέραμε δάσκαλο για να μάθουν τα παιδιά βυζαντινή μουσική, διότι είδα ότι υπάρχει έλλειψη ψαλτάδων. Όλα αυτά θέλουν χρήματα. Αυτά τα χρήματα, αν εξαιρέσεις λίγα που παίρνω από το κεντρικό ταμείο της Συνόδου, τα δίνει ο κόσμος της περιοχής, οι μόνιμοι κάτοικοι από την Τηλλυρία μέχρι το Ακάκι, που είναι 22.000 μόνο. Λόγω αστυφιλίας και προσφυγιάς έχουμε μείνει λίγοι στην περιοχή. Αυτοί οι άνθρωποι, συν οι απόδημοί μας, έχουν τέτοιο αίσθημα κοινότητας, που δεν θα πουν ότι, επειδή κάνει λάθη ο δεσπότης μας στις δικές του επιλογές ή φιλοδοξίες, δεν θα βοηθήσουμε το χωριό μας. Κανείς δε θα έδινε χρήματα, αν ήξερε πως υπάρχει μια διοίκηση στην οποία δεν έχει εμπιστοσύνη. Επίσης δεν μπορείς να κρίνεις την εμπιστοσύνη μόνο από το χρήμα. Υπάρχει και το γεγονός ότι πάρα πολλοί άνθρωποι εξομολογούνται. Δεν προλαβαίνω να κάμνω πνευματικούς στη Μητρόπολή μου. Έχω πάνω από δέκα πνευματικούς, οι οποίοι συνεχώς εξομολογούν. Και το τρίτο στοιχείο που δείχνει ότι δεν απομακρύνθηκε ο κόσμος -παρόλα τα σκάνδαλα, παρόλη την έλλειψη εμπιστοσύνης σε ορισμένες Μητροπόλεις, το τονίζω αυτό- είναι ο εκκλησιασμός. Αυξήθηκε ο αριθμός των πιστών που εκκλησιάζονται και που συμμετέχουν στη Θεία Κοινωνία. Εξαρτάται λοιπόν από την κάθε περιοχή. Τι κατεύθυνση δίνει ο Επίσκοπος, ποια σχέση έχει με τους παπάδες και τι μηνύματα παίρνουν οι παπάδες μέσα στο χωριό. Αυτό παραδέχομαι ότι είναι ένα θέμα, που διαφοροποιείται από Μητρόπολη σε Μητρόπολη. Εγώ θα μιλώ για τη δική μου, δεν μπορώ και δεν θέλω να κάνω το δικηγόρο καμιάς άλλης Μητρόπολης.»

Γαβριέλλα Μαυρή: Είπατε ότι σήμερα εξομολογούνται πιο πολλοί. Μπορεί οι περισσότεροι άνθρωποι να νιώθουν ενοχές. Να πηγαίνουν για εξομολόγηση απλώς για συγχώρεση, χωρίς να νιώθουν πραγματικά ότι μετάνιωσαν.

Μ.Μ.: «Η ενοχή είναι απαραίτητη στον άνθρωπο. Αλλά δεν πρέπει να είναι μόνιμη. Μερικοί δεν έρχονται στην Εκκλησία, αλλά πηγαίνουν σε ψυχολόγο. Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Μια γυναίκα πηγαίνει σε ψυχολόγο για τις ενοχές που έχει λόγω μιας έκτρωσης. Οι ενοχές της δεν φεύγουν. Ο πνευματικός, όμως, αν κάνει καλή διαχείριση της ενοχής, μετά από λίγους μήνες η ενοχή σβήνει μέσα στη γυναίκα. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό το πράγμα; Να έχεις καθαρή επαφή με το παρελθόν σου; Να μπορείς να γυρίζεις πίσω χωρίς ενοχές; Άρα, ακόμη και λόγω ενοχών αν έρχονται για εξομολόγηση, είναι μία αρχή. Κάποιος άλλος θα έρθει από φόβο, κάποιος από συνήθεια, ενώ κάποιος άλλος θα έρθει επειδή δεν είναι πολύ μοντέρνο να αμφισβητεί με τη μοντέρνα λογική τα μυστήρια της Εκκλησίας. Όλοι αυτοί σημασία έχει ότι έρχονται, άρα επαφίεται σε μας, τους πνευματικούς πατέρες να αξιοποιήσουμε τον κάθε άνθρωπο. Στην περιοχή μας έχει παίξει ρόλο κάτι που είναι σπάνιο σήμερα. Σε κάθε ένα από τα μεγάλα Λύκεια της περιοχής μας έχουμε χτίσει από ένα παρεκκλήσι. Σ’ αυτό το παρεκκλήσι πηγαίνει ιερέας μία φορά τη βδομάδα ολόχρονα. Τα παιδιά ξέρουν πού να ακουμπήσουν στις δύσκολές τους ώρες, που έχουν ενοχές, φοβίες, που έχουν ανάγκη το διάλογο.»

Σ.Π.: Αυτά που λέτε έρχονται σε αντίφαση με το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι στις μέρες μας έχουν στραφεί στη μαγεία.

Μ.Μ.: «Μη νομίσετε ότι, επειδή εμείς έχουμε αυτή τη δραστηριότητα, έχουμε λύσει όλα τα προβλήματα των ανθρώπων της περιοχής μας. Στην περιοχή μου υπάρχουν άνθρωποι που είναι αδιάφοροι εκκλησιαστικά, που στη δυσκολία τους δεν θα έρθουν κοντά μας, αλλά θα πάνε στους μάγους. Πάντοτε θα υπάρχει μία μερίδα του κόσμου η οποία δεν θα επιλέγει την Εκκλησία σαν τον τόπο αναπαύσεώς της και καταπαύσεως και ειρήνης. Γι’ αυτό και ο Χριστός είπε: «μη φοβού το μικρόν ποίμνιον» και «ουκ ήλθον καλέσει δικαίους αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» και «οι εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν», «οι τον λόγον μου ετήρησαν, και τον υμέτερον τηρήσουσιν». Πάντοτε θα υπάρχουν οι άνθρωποι που ελεύθερα θα επιλέγουν να είναι εκτός Εκκλησίας. Σημασία έχει εμείς ως πνευματικοί πατέρες, γι’ αυτούς που έχουν τη δική μας ανάγκη, που μας εμπιστεύονται, όταν κτυπήσουν την πόρτα μας, να είμαστε μέσα. Είμαστε παρόντες; Η έγνοια η δική μου είναι ότι, όσο περνά ο καιρός, βλέπω ότι ιδιαιτέρως στις πόλεις υπάρχει αυξημένη ζήτηση πνευματικών πατέρων και δεν υπάρχουν οι τόσοι πολλοί που να ανταποκριθούν στη ζήτηση.»

 

Γ.Μ.: Η μεγάλη ζήτηση όμως μπορεί να συνδέεται με την αστυφιλία. Αυξάνεται ο πληθυσμός των πόλεων, επομένως αυξάνεται και η ζήτηση για πνευματικούς.

 

Μ.Μ.: «Είναι και αυτό. Οι άνθρωποι των πόλεων, όμως, έρχονται αντιμέτωποι με προβλήματα κοινωνικά, πνευματικά, συνήθως πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι οι άνθρωποι των χωριών. Δηλαδή τα ναρκωτικά και ο πανσεξουαλισμός πρώτα επισκέφθηκαν τις πόλεις και τώρα εξαπλώνονται στα χωριά. Τώρα όμως με το ίντερνετ και την τηλεόραση, τα διάφορα προβλήματα παγκοσμιοποιούνται και γίνονται πλέον οικουμενικά.»

Αντριάνα Κουλούρη: Μερικές φορές οι νέοι αποξενώνονται, νιώθουν μοναξιά. Μπορεί να μην υπάρχουν γύρω τους άλλοι να τους συμβουλέψουν και δεν βλέπουν σαν λύση το να έρθουν πιο κοντά στη θρησκεία. Γιατί γίνεται αυτό;

Μ.Μ.: «Διότι στην περιοχή τους, όπου ευρίσκονται αυτοί οι νέοι, δεν υπάρχουν οι άνθρωποι, ή οι νέοι δεν εμπιστεύονται ανθρώπους οι οποίοι μπορούν να τους δώσουν κάποιες απαντήσεις. Υπάρχει το εξής φαινόμενο: άνθρωποι των πόλεων ακούνε ότι υπάρχει ένας καλός παπάς, στη Σολιά για παράδειγμα. -Τα παραδείγματα που φέρνω είναι συγκεκριμένα, δεν είναι υποθετικά.- Σηκώνονται αυτοί οι άνθρωποι και έρχονται από τη Λεμεσό και τη Λευκωσία στον παπά της Σολιάς, διότι βρίσκουν ένα νόημα ζωής μέσα από το λόγο και το παράδειγμα αυτού του ανθρώπου. Και μπορεί οι Σολιάτες από ντροπή να μην πηγαίνουν στον παπά αυτόν. Έτσι λειτουργεί ο Κύπριος ακόμα. Δεν θα ισχύει για πολλά χρόνια αυτό. Θα γίνεται για ακόμα δέκα χρόνια.»

Α.Κ.: Γιατί;

Μ.Μ.: «Γιατί ένα καλό στοιχείο της παγκοσμιοποίησης, της τεχνολογίας, είναι ότι οι άνθρωποι θα πάψουν πια να διαφέρουν πολύ, όπως γίνεται μέχρι τώρα. Σήμερα υπάρχει μια διαφορά στη νοοτροπία μεταξύ των ανθρώπων της πόλης και αυτών του χωριού, στο μοντερνισμό, στις ενοχές, τις φοβίες. Αυτά σε δέκα χρόνια θα έχουν καταργηθεί. Θα παρουσιαστεί το φαινόμενο πολλοί νέοι άνθρωποι των πόλεων να αγοράζουν σπίτια στα βουνά και να κατοικούν μόνιμα. Και η τεχνολογία θα τους βοηθά να κάνουν τη δουλειά τους εύκολα. Από την ορεινή περιοχή, μέσω του ίντερνετ ή ενός δορυφόρου θα κάνουν εμπόριο, θα γράφουν τη μουσική τους, θα κάνουν τέχνη. Θα προτιμούν να ζουν κοντά σε φυσικό περιβάλλον, αλλά αυτό δεν θα το διαλέξουν οι άνθρωποι των χωριών. Θα το διαλέξουν οι κουρασμένοι άνθρωποι των πόλεων. Και θα παρουσιαστεί και το άλλο φαινόμενο: οι άνθρωποι των χωριών θα θέλουν να φύγουν και να μη ρίξουν πίσω τους ούτε μια ματιά. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν κατάλαβαν ακόμα τι είναι το σημαντικό στη ζωή. Νομίζουν ότι σημαντικό είναι να έχουν έξω από το σπίτι τους μια μεγάλη υπεραγορά με τα ένα εκατομμύριο είδη, να είναι η δισκοθήκη και ο κινηματογράφος στα πόδια τους. Ενώ σήμερα αυτά έχουν καταργηθεί σαν ανάγκη. Το ίντερνετ θα τα καλύπτει αυτά από το γραφείο σου που θα βρίσκεται λ.χ. στο Μηλικούρι. Αλλά δεν θα βρεις το φυσικό περιβάλλον της Μαραθάσας μέσα στην πόλη. Ούτε τον αέρα, ούτε το νερό, ούτε τη σχέση με τη φύση. Ο Άγιος Βασίλειος λέει το εξής: «Αν ο άνθρωπος δεν γίνει φυσικός προηγουμένως, δεν μπορεί να γίνει πνευματικός ύστερα.» Και φυσικός άνθρωπος είναι αυτός που ισορροπεί τη λογική, τη βούληση και το συναίσθημα. Για να τα ισορροπήσεις αυτά, χρειάζεται οι αισθήσεις σου να έχουν καλές εμπειρίες. Γι’ αυτό σας λέω, αυτό που ζούμε τώρα, είναι το τέλος μιας εποχής. Εύχομαι μόνο, τότε μετά από δέκα χρόνια να υπάρχει ακόμα καθαρός αέρας στο βουνό. Και να υπάρχουν ιερείς να κάνουν λειτουργία στα βουνά. Διότι ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη μόνο από τη φύση. Έχει ανάγκη και από τον Θεό.»

Σ.Π.: Πολλοί άνθρωποι σάς έχουν συκοφαντήσει από τότε που αρχίσατε να πηγαίνετε στα κατεχόμενα...

Μ.Μ.: «Και ιεράρχες το έχουν κάνει.»

Σ.Π.: Και μάλιστα όταν λειτουργήσατε στον Άγιο Μάμα, παρευρέθηκε και ο Ταλάτ.

Μ.Μ.: «Όχι, δεν παρευρέθηκε. Ο κ. Ταλάτ, στον πρώτο εσπερινό που έκανα, ήρθε, είδε τον κόσμο –μερικοί δυστυχώς τον χειροκρότησαν- ήρθε μέχρι την είσοδο της εκκλησίας, είπε ότι αυτό είναι κάτι που αφορά τους ορθόδοξους χριστιανούς, έκανε μία δήλωση και έφυγε. Ήταν μία διπλωματική κίνηση να εκμεταλλευτεί το γεγονός. Δεν μπήκε μέσα στην εκκλησία.»

Σ.Π.: Με το να πηγαίνετε όμως στα κατεχόμενα, μπορεί κάποιος να το ερμηνεύσει ότι πρόθεσή σας είναι να αναγνωρίσετε το ψευδοκράτος.

Μ.Μ.: «Αυτό το πράγμα για να το έκανα, θα έπρεπε προηγουμένως να έκανα γραπτή αίτηση στον κ. Ταλάτ ότι απευθύνομαι στην «τουρκική δημοκρατία των κατεχόμενων». Κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ, ούτε θα γίνει ποτέ. Δεν υπήρχε αίτημα γραπτό. Προφορικό ήταν. Δεύτερον, αυτό που βλέπουμε σήμερα να κάνω εγώ, ήδη το έχουν αρχίσει και άλλοι ιεράρχες. Ήδη ο Χωρεπίσκοπος Τριμιθούντος σας υπενθυμίζω ότι πριν από λίγους μήνες λειτούργησε με τις ίδιες προϋποθέσεις στον Απόστολο Βαρνάβα. Και σύντομα θα ακούσουμε και άλλους που θα λειτουργήσουν στον Απόστολο Αντρέα. Η Εκκλησία της Κύπρου καλείται σήμερα να παίξει το δικό της ιστορικό ρόλο. Και ο ρόλος της δεν θα είναι φερέφωνο της κυβέρνησης ή των πολιτικών. Αν δεν λειτουργήσουμε εμείς τις εκκλησίες μας στα κατεχόμενα, ποιος θα τις λειτουργήσει; Θα γκρεμιστούν οι εκκλησίες μας. Θα γκρεμιστούν και τα μνημεία και δεν θα έχουμε μνήμη στο βορρά. Αυτοί που είναι πρόσφυγες και πονούν τον τόπο τους, έρχονται και μας επαινούν. Και κάτι τελευταίο που δεν ξέρετε. Γιατί πήγα στα κατεχόμενα και λειτούργησα. Ποιος μου είπε; Πήγα από μόνος μου; Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, όταν συναντηθήκαμε στην Ελλάδα τότε που πρωτοάνοιξαν τα οδοφράγματα, μου είπε: «Άγιε Μόρφου, ξέρω ότι το λέει η καρδιά σου. Αν δεν πας εσύ πρώτος, δεν θα πάει κανείς μετά. Κάποιοι πρέπει να ανοίξουν το δρόμο. Θα το εκμεταλλευτούν, μου είπε, πολιτικά και οι Τούρκοι και οι Έλληνες. Άλλοι θα σε επαινέσουν και άλλοι θα σε κατηγορήσουν ως προδότη. Τα ίδια μου έκαναν και εμένα, είπε, όταν ξεκίνησα να λειτουργώ τις εκκλησίες της Καππαδοκίας, της Εφέσου. Να ξεκινήσεις πρώτος εσύ και θα σε ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι.» Έδειξα υπακοή στον Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος μας δείχνει το δρόμο της συνύπαρξης. Αυτό το ομόσπονδο κράτος το οποίο θα προκύψει, σημαίνει κράτος συνύπαρξης. Άρα για να φτάσουμε σ’ αυτό το κράτος, θα πρέπει προηγουμένως κάποιοι άνθρωποι να βάλουν τη ράχη τους από κάτω για να βοηθήσουν το κλίμα το ψυχολογικό. Πρέπει να ακούσουμε τους Τουρκοκυπρίους. Έχουν παράπονα από μας. Έχουν κι εκείνοι πρόσφυγες και αγνοουμένους. Μας λένε: εσείς το Κυπριακό το βλέπετε να αρχίζει από το 1974, για μας όμως άρχισε το 1964. Είναι υποχρέωσή μας ως πνευματικών πατέρων να ακούσουμε τον πόνο και του διαφορετικού ανθρώπου. Ο Θεός δεν είναι Έλληνας. Είναι για όλους τους λαούς.»

Α.Κ.: Μέσω της μουσικής σήμερα προσπαθούν κάποιοι να περάσουν τις ιδέες τους, προκαλώντας μεγάλο κακό.

Μ.Μ.: «Πέρα από τη βυζαντινή και την ελληνική παραδοσιακή ή λαϊκή μουσική, με ενδιαφέρει πάρα πολύ η αραβική μουσική και η τουρκική, που στη βάση της είναι βυζαντινή. Απλώς έχει γίνει σιγά - σιγά οθωμανική λόγω της διαφοράς πίστεως και θρησκείας. Και με ενδιαφέρει επίσης η μουσική των Αφρικανών. Η τζαζ, το παλιό ροκ, όχι όμως αυτό το δαιμονικό. Η μήτρα του παλιού ροκ δεν είναι η Αμερική. Το πήραν μαζί τους οι μαύροι, όταν τους μετέφεραν στην Αμερική ως δούλους. Οι Αφρικανοί μεταφέροντας τη μουσική τους, μετέφεραν και τη μαγεία τους. Το βουντού για παράδειγμα. Στην Αμερική, όπου έχουν την ικανότητα ό,τι πιάσουν να το κάνουν εμπόριο και χρήμα, δυστυχώς από το 1960 και μετά με το φαινόμενο των χίπις αρχίζει ένα πάντρεμα του σύγχρονου ροκ με τη μαγεία. Δηλαδή αυτό που λέμε σήμερα ροκ ήταν η μουσική των μάγων στην Αφρική. Ενόσω η μουσική ήταν μόνο για τα αυτιά, ήταν καλά τα πράγματα. Ανακάλυψαν όμως ξανά αυτό που υπήρχε πριν από 150 χρόνια. Ότι η μουσική είναι ένας καλός δίαυλος για να προσγειωθούν πάνω αιρέσεις και μαγείες. Στην εποχή μας αυτό συμβαίνει στον δυτικό κόσμο, γιατί ο δυτικός κόσμος έχασε την επαφή του με τη Δυτική Εκκλησία. Ιδιαίτερα οι προτεστάντες. Στο μέτρο που εμείς οι Ορθόδοξοι εκδυτικιζόμαστε και μιμούμαστε τους Δυτικούς, το αποτέλεσμα τι θα είναι; Θα βλέπουμε ότι άνθρωποι οι οποίοι ακούνε τη μουσική του Ρουβά π.χ., θα διαλέγουν εύκολα και μια αίρεση προτεσταντική ή μαγική για να μπουν μέσα. Θα το προσέξετε αυτό.»

Κλειώ Σάββα: Τι είδους μουσική πρέπει κατά τη γνώμη σας να ακούνε οι νέοι;

Μ.Μ.: «Από τη Μητρόπολη βγάλαμε δύο βιβλία με τραγούδια είτε παραδοσιακά είτε σύγχρονα ελληνικά λαϊκά για τα παιδιά της κατασκήνωσης ή του κατηχητικού. Με ρώτησε κάποτε ο Νίκος Παπάζογλου, όταν ήρθε στη Γαλάτα για συναυλία, αν αυτά τα τραγούδια είναι υποχρεωτικά για τα παιδιά. Του λέω όχι, τα παιδιά ακούνε και Ρουβά, Βίσση και Μαντόνα στο σπίτι τους. Αλλά εμείς ως Μητρόπολη τους προτείνουμε αυτά τα ποιοτικά. Μου λέει αυτό που κάνετε είναι πάρα πολύ σπουδαίο, διότι αυτά τα παιδιά από τον επίσκοπο της περιοχής τους και τους παπάδες και κατηχητές μαθαίνουν την ποιοτική μουσική στα μικρά τους χρόνια μαζί με την παρακμιακή μουσική. Στα 25 τους χρόνια αυτά τα παιδιά θα αποκτήσουν μια αρετή: τη διάκριση. Αν δεν τους δώσουμε λίγη ποιότητα τώρα, όταν μεγαλώσουν δεν θα μπορούν να διακρίνουν το ποιοτικό από το μη ποιοτικό. Άρα η ευθύνη κάθε μητρόπολης είναι να γνωρίζει τι σημαίνει μουσική. Ξέρω μητροπόλεις που έχουν ραδιοφωνικούς σταθμούς και στην Ελλάδα και στην Κύπρο και δεν βάζουν λαϊκό τραγούδι, επειδή μιλά για τον έρωτα. Αυτό είναι κόμπλεξ, είναι λάθος τους. Και βάζουν μόνο κλασική ή βυζαντινή μουσική και κανένα παραδοσιακό τραγούδι. Είναι σαν να λένε στον κόσμο ότι η μουσική από το ρεμπέτικο έως σήμερα είναι όλο αμαρτία. Πρέπει η μουσική σε όλη της τη γκάμα να μεταδίδεται.»

Α.Κ.: Στα σχολεία με την πάροδο του χρόνου αυξάνεται η διακίνηση και χρήση των ναρκωτικών. Τι κάνει η Εκκλησία για να προστατέψει τους νέους από αυτή τη μάστιγα;

Μ.Μ.: «Ποιος έκανε την πρώτη κλινική αποτοξίνωσης στην Κύπρο; Δεν είναι η Μονή Μαχαιρά; Ποιος έχει τον ΚΕΝΘΕΑ στη Λάρνακα; Η Μητρόπολη Κιτίου. Μόλις ακούσουμε ότι ένα παιδί από την περιοχή μας κάνει χρήση ναρκωτικών, εμείς θα τρέξουμε να βρούμε χρήματα να το στείλουμε μέχρι και στο Ισραήλ, στον Βάιτσμαν. Δεν λέω ότι τα κάνουμε όλα. Γίνονται πολλά και δεν τα φωνάζουμε.»

Σ.Π.: Ενώ, όπως είπατε, πηγαίνει σήμερα στην εκκλησία πολύς κόσμος, το ποσοστό των νέων που εκκλησιάζονται είναι χαμηλό.

Μ.Μ.: «Οι νέοι σήμερα επιλέγουν από τα μυστήρια της Εκκλησίας πρώτον την εξομολόγηση. Σήμερα εξομολογούνται πιο πολλοί νέοι παρά ηλικιωμένοι. Φτάνει να βρεθούν κατάλληλοι πνευματικοί, που υπάρχουν σε κάθε περιοχή. Μόνο σε μια περιοχή της Κύπρου υπάρχει έλλειψη πνευματικών. Είναι σαφώς ολιγότεροι όμως αυτοί που θυσιάζουν το χρόνο της Κυριακής. Δεν είναι λόγω απιστίας ούτε αδιαφορίας, είναι λόγω σαββατόβραδου. Το σύστημα διασκέδασης που έχει δομηθεί, κινείται γύρω από το σαββατοκύριακο.»

Γ.Μ.: Σήμερα οι συνθήκες ζωής μερικές φορές σπρώχνουν τους νέους στην αυτοκτονία.

Μ.Μ.: «Ποιες συνθήκες νομίζεις;»

Γ.Μ.: Κυρίως η αποξένωση που χαρακτηρίζει τη σημερινή κοινωνία.

Μ.Μ.: «Στην Κύπρο δεν αυξήθηκε το ποσοστό αυτοκτονιών. Ξέρετε πού αυξήθηκε; Στις δυτικές χώρες, που πάμε να μιμηθούμε. Πρώτη με τρομακτικά ποσοστά αυτοκτονιών είναι η Σουηδία. Άρα όσο η κοινωνία μας θα παίρνει αυτόν το μοντερνισμό και την αποξένωση από το Θεό και από τη φύση, τόσο πιο πολύ θα αυξάνεται η θλίψη και η κατάθλιψη μέσα στους ανθρώπους. Και θα αποστερούν από τον εαυτό τους ποιο είναι το νόημα της ζωής, που είναι ο Ιησούς Χριστός. Ο αναστημένος Χριστός. Στην Κύπρο, παρόλα τα χάλια μας, την αύξηση των ναρκωτικών, τα πολλά διαζύγια, ακόμα δεν φτάσαμε σε αυτό το σημείο. Φοβούμαι όμως ότι σε δέκα χρόνια τα παιδιά αυτών που τώρα χωρίζουν, θα δυσκολευτούν να βρουν το νόημα της ζωής και του θανάτου. Φοβούμαι ότι θα δημιουργηθούν στην Κύπρο δύο τάξεις ανθρώπων: αυτοί οι οποίοι θα προσπαθούν να ζουν τον Χριστό και τα μυστήριά Του και τη χαρά Του, να βρίσκουν μέσα από το Χριστό το νόημα της ζωής και του θανάτου, και από την άλλη εκείνοι οι οποίοι θα έχουν τελείως αποκλείσει από τη ζωή τους τον Χριστό. Και θα επιλέγουν τη ζωή του αντιχρίστου. Στις μέρες μας όμως τα πράγματα είναι ακόμη ισορροπημένα. Παλαιότερα πολλοί πίστευαν εξ ανάγκης, από το έθιμο, επειδή έτσι έλεγε η κοινωνία, επειδή έτσι έλεγαν τα ιδανικά του συλλόγου μας και η δεξιά μας ιδεολογία: Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών... Τώρα τον Χριστό θα τον ανακαλύπτουμε και θα είναι πιο ευαγγελική η εποχή μας.»

Κ.Σ.: Πολλοί αποφασίζουν να ακολουθήσουν τον μοναχικό βίο. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν την ανάγκη για τις ηδονές, που έχουν οι απλοί άνθρωποι;

Μ.Μ.: «Πώς δεν τις έχουν. Κι εγώ μοναχός είμαι. Σου φαίνεται εγώ να είμαι άνθρωπος ψόφιος; Να μην έχω ενέργεια; Να μην έχω διάθεση να ακούσω ένα καλό τραγούδι; Να μη με ενδιαφέρει να έχω μια απόλαυση; Αλλά η υπέρτατη ηδονή είναι η ζωή του Χριστού. Όποιος νομίζει ότι η ζωή του Χριστού είναι μόνο σταυρός, κάνει μεγάλο λάθος. Η ζωή του Χριστού είναι σταυρός και ανάσταση. Και εκτός από τον Χριστό μέσα στην Αγία Τριάδα υπάρχει και το Άγιο Πνεύμα, το οποίο στέλνει ο Χριστός σε κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται πνευματικά. Είσαι η δεύτερη που μου κάνει αυτή την ερώτηση. Πρώτος ήταν ένας Τουρκοκύπριος από την Κώμη Κεπίρ. Ένα βράδυ στα κατεχόμενα με σταμάτησε μια παρέα νεαρών Τουρκοκυπρίων. Είσαι παπάς;, μου λένε. Τους λέω ναι. Να κατεβείς να σε κεράσουμε έναν καφέ. Τους λέω, θα πάω μακριά στην Κακοπετριά και νυχτώθηκα. Μου λέει, να κατεβείς διότι μας λες ψέματα. Δεν είσαι παπάς, εσύ είσαι ο Νεόφυτος. Τους λέω, πού με ξέρετε; Μου λέει, σε βλέπουμε από την τηλεόραση. Κατέβηκα λοιπόν και πήγαμε σε ένα ίντερνετ καφέ. Μια από τις ερωτήσεις τους ήταν: «Πώς προσεύχεσαι και τι νιώθεις όταν προσεύχεσαι και όταν κοινωνάς; Κι εμείς προσευχόμαστε, λέει. Φαντάζομαι ότι ο Θεός είναι ο ίδιος για όλους.» Τους είπα ότι σε εμάς τους Ορθοδόξους υπάρχει κάτι που δίνεται σε όλους μας, το Άγιο Πνεύμα. Αυτό το πνεύμα χαράσσεται και μπαίνει μες στην καρδιά μας. Κάνουμε μετά λάθη κι αμαρτήματα. Μεγαλώνοντας αρχίζουμε και τα συνειδητοποιούμε και εξομολογούμαστε και κοινωνούμε. Και το Πνεύμα το Άγιο που πήραμε στα παιδικά μας χρόνια, όταν βαφτιστήκαμε και μυρωθήκαμε ειδικά, αρχίζει σαν γεννήτρια και παράγει καρπούς. Ο πρώτος καρπός, λέει ο Απόστολος Παύλος, είναι η αγάπη. Αισθάνεσαι ότι αγαπάς και συγχωράς εύκολα τον άλλο. Το δεύτερο είναι η χαρά και ακολουθεί η ειρήνη και η πραότητα. Και μια γλύκα που διαχέεται και στο σώμα μας και στο πνεύμα μας. Γλύκα, τους λέω, νιώθω αρκετές φορές, όχι πάντοτε. Κι από τη λειτουργία και την προσευχή και από τη συμμετοχή στα μυστήρια. Ο μοναχός, αγαπητές μου, είναι ο άνθρωπος που γεύεται τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Αλλά όχι μόνο ο μοναχός. Κι ο παντρεμένος που ζει τον Χριστό. Άρα αν έχετε την αντίληψη ότι ηδονή είναι μόνο το ωραίο φραπέ, η σεξουαλικότητα, τα χρήματα και η δόξα, έχετε μεγάλο λάθος. Αυτά είναι πάθη. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που γνώρισαν τον πανσεξουαλισμό, έχουν πολλά χρήματα και δόξα, όμως είναι δυστυχισμένοι. Και κάνουν νηστείες και προσευχές για να γνωρίσουν την ηδονή του Αγίου Πνεύματος.»