Ψηφιακό Αρχείο
Αναζήτηση
Συνεντεύξεις
Πρόσφατες Αναρτήσεις
- Θαυμαστή εμφάνιση της Αγίας Ελένης
- Η σπάνια εικόνα του Αγιου Ιωάννη του Λαμπαδιστή
- 17 Μαΐου: Μνήμη Αγίου Θεοφάνους του Νέου, Επισκόπου Σολίας
- Χειροτονία Διακόνου Φοίβου Παναγιώτου
- «Μικρά Ασία - Συροπαλαιστίνη: Η πνευματική ενδοχώρα των Κυπρίων» (Αλαμάνοι Άγιοι)
- Υποδοχή τιμίας κάρας Οσίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή στο Σινά Όρος
- Ο παππούς Χατζηφλουρέντζος από τη Μηλιά Αμμοχώστου
Νέα-Δραστηριότητες
- 17 Μαΐου: Μνήμη Αγίου Θεοφάνους του Νέου, Επισκόπου Σολίας
- Χειροτονία Διακόνου Φοίβου Παναγιώτου
- Υποδοχή τιμίας κάρας Οσίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή στο Σινά Όρος
- Ο π. Γεώργιος Τσέτσης στην αρχαία Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Ορούντας
- Από τη Μονή του στο τόπο της Καταγωγής του...
- Η Λιτανεία στη Μονή του Αγίου Νικολάου
- Εγκύκλιος: «Καραβάνι Αλληλεγγύης» για την Ελλάδα
- Κατανυχτικός Επιτάφιος στην Μονή Αγίου Νικολάου Ορούντας
- Η εορτή των Βαΐων από τον Άγιο Μάμα της Μόρφου αναβίωσε στην Περιστερώνα
- «Η Γλώσσα στη Λατρεία της Εκκλησίας μας»
| Παρ' όλα τα τραύματα μας... |
|
|
|
|
Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου Πως αντιλαμβάνονται οι Χριστιανοί την Εκκλησία σήμερα; - Παρόλο που το Ευαγγέλιο αλλά και όλη μας η παράδοση δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολιών για το τι είναι η Εκκλησία, οι άνθρωποι όλων των εποχών, και κατ’ επέκταση της δικής μας, αντιλαμβάνονται και βιώνουν την Εκκλησία με πολλούς άλλους τρόπους. Έτσι υπάρχουν και σήμερα διάφορες «αντιλήψεις» για την Εκκλησία oι οποίες, μερικές φορές, είναι και σε αντίφαση με την ίδια την ουσία της. Οι αντιλήψεις αυτές, κατά βάθος, πηγάζουν από μια και μοναδική πραγματικότητα: τη δυσκολία μας να παραδοθούμε χωρίς αντιστάσεις στον Χριστό. Και όσο δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον Χριστό, όσο ξεχνούμε ότι «ος εάν μη δέξηται την βασιλείαν του Θεού ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν» (Μρ. 10, 15), τόσο περισσότερο επεξεργαζόμαστε δικές μας αντιλήψεις. Στην εποχή μας βλέπουμε τις λανθασμένες αυτές αντιλήψεις να σχηματίζουν δύο μεγάλα ρεύματα. Από τη μια η ταύτιση της Εκκλησίας με τη λογική, τις μεθόδους και τους σκοπούς του κόσμου τούτου (εκκοσμίκευση). Κάποιοι, για παράδειγμα, βλέπουν την Εκκλησία ως το τελετουργικό αλατοπίπερο του εθνικισμού. Ως ένα επιπλέον στοιχείο που ενισχύει τη μεγαλοσύνη και συνοχή του έθνους μας. Αν κρύψεις για μια στιγμή το έθνος και τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, τότε δεν μπορούν να δουν τίποτε άλλο. Άλλοι εξαντλούν το νόημα της Εκκλησίας σε κάθε λογής ακτιβισμό, φιλανθρωπικό, οικονομικό, πολιτικό. Στο άλλο άκρο, έχουμε μια τάση απο-σάρκωσης της Εκκλησίας, μια τάση απόδρασης και καταφυγής σ’ έναν φανταστικό ουρανό, εντέλει μια «θρησκειοποίηση» της Εκκλησίας. Μια μόνιμη φοβία απέναντι σε οτιδήποτε προέρχεται από τον σύγχρονο κόσμο. Ωσάν ο κόσμος να είναι ένα μίασμα που απειλεί την Εκκλησία. Γι’ αυτού του τύπου τις αντιλήψεις η μόνη αποδεκτή διάσταση του κόσμου είναι το παρελθόν. Κατά τα άλλα, φόβος της τεχνολογίας, φόβος της Ευρώπης, φόβος της αλλαγής. Οπόταν δημιουργείται ένας θρησκευτικός ρομαντισμός, δημιουργούνται κλειστές κοινότητες και παρέες γύρω από «γέροντες», καθοδηγητές, κ.λπ. Όλα αυτά στοιχειοθετούν μια κρίση ταυτότητας η οποία διακατέχει τα μυαλά των σύγχρονων Χριστιανών. Ξεχνούμε ότι η Εκκλησία είναι «εν τω κόσμω» χωρίς να είναι «εκ του κόσμου». Δηλαδή η στάση της απέναντι στην πραγματικότητα του κόσμου δεν είναι ούτε η ταύτιση, ούτε η υστερική άρνηση. Αλλά με τη μαρτυρία της δίνει μια δυνατότητα ανα-προσανατολισμού. Μια προσπάθεια, δηλαδή, να βρει ο κόσμος την εσώτερη ανατολή του, να μεταμορφωθεί σε πολιτισμό Αναστάσεως. Και ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος να μετατραπεί σε οικουμένη. -Γιατί, ενώ διαβάζουμε τόσες ωραίες αλήθειες περί Εκκλησίας στην εποχή μας, η πράξη μας απογοητεύει και μας πληγώνει; Γιατί δεν λειτουργούμε ως Εκκλησία τελικά; -Στην Εκκλησία υπήρχε πάντοτε η ανθρώπινη αδυναμία αφού «ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες» (Μτ. 9, 12). Υπάρχει όμως ένας παράγοντας στη σύγχρονη εποχή που διαφοροποιεί τα πράγματα σε σχέση με το παρελθόν κι αυτός είναι η ενημέρωση. Κάτι που δεν υπήρχε παλιά. Ξέρουμε πολύ καλά ότι μερικά σύγχρονα μέσα «ενημέρωσης», ακόμα κι όταν δεν έχουν σκάνδαλο για να πουλήσουν, τρέχουν να το φτιάξουν. Φανταστείτε λοιπόν πώς τρίβουν τα χέρια τους όταν πέσουν πάνω σ’ ένα πραγματικό εκκλησιαστικό σκάνδαλο, μια διαφωνία στους κόλπους της Εκκλησίας, ή στην πτώση ενός ιερωμένου. Η υπερβολική έμφαση στα σκάνδαλα και τα κακώς έχοντα, σίγουρα μπορεί να καλλιεργήσει ένα πνεύμα απογοήτευσης ή και να πληγώσει καλοπροαίρετους ανθρώπους. Από την άλλη, όμως, η ενημέρωση, (ως εκ της λογικής της) δεν προβάλλει εκείνη τη διάσταση της Εκκλησίας που είναι πάνω από την ανθρώπινη αδυναμία. Ό,τι είναι μυστικό, ό,τι δίνει ανάπαυση και χαρά στον άνθρωπο, δεν ενδιαφέρει τα κανάλια. Όταν «χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λκ 15, 10) αυτό φυσικά δεν αποτελεί είδηση. Πας σ’ έναν εσπερινό, μια συνηθισμένη μέρα, που στο ναό βρίσκονται μονάχα δυο τρεις άνθρωποι. Κι από τη στιγμή του «ευλογητός ο Θεός», νοιώθεις ν’ αναιρείται η τάξη του κόσμου τούτου, νοιώθεις να εισέρχεσαι σε μια άλλη πραγματικότητα, να μετέχεις σε μια αγαλλίαση που δεν αποτιμάται με τις μονάδες του κόσμου τούτου. Μα θα μου πείτε: δεν είναι ενδεικτικό το ότι οι παρόντες είναι μονάχα δυο τρεις ηλικιωμένοι; Δεν είναι μια απογοητευτική κατάσταση αυτό; Ναι, είναι μια τραγωδία. Και λέω τραγωδία υπό την έννοια ότι είναι θέμα ελεύθερης επιλογής του ανθρώπου. Ωστόσο η Εκκλησία δεν προσπαθεί να εξαλείψει αυτή την τραγωδία με κοσμικά μέτρα, δηλαδή δεν προσπαθεί να πειθαναγκάσει τον άνθρωπο να έρθει κοντά της. Γιατί η τραγικότητα αυτή είναι η ουσία της ανθρώπινης ελευθερίας. Κι αν χαθεί αυτή η τραγικότητα τότε θα γίνουμε απλώς χαζοχαρούμενοι. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι παρ’ όλα τα τραύματά μας, λειτουργούμε ως Εκκλησία τελικά. Ελεύθερα και τραγικά αληθινά. -Γιατί ο ορθόδοξος κόσμος δοκιμάζεται τόσο πολύ από διαιρέσεις και συγκρούσεις; -Όπως είπα και προηγουμένως, ένας από τους λόγους που δίνεται αυτή η εικόνα των διαιρέσεων και των συγκρούσεων, είναι και η έμφαση που δίνει η σύγχρονη ενημέρωση σε γεγονότα αυτού του είδους. Χωρίς αυτό να σημαίνει, εννοείται, ότι όλα στην Εκκλησία μας είναι ρόδινα. Όχι δεν είναι ρόδινα. Πέρα από τις παραφουσκωμένες ειδήσεις, υπάρχει μια πραγματική κρίση, μια κρίση ταυτότητας που περνά η Εκκλησία μας μέσα στο σύγχρονο κόσμο. Γιατί ο σημερινός κόσμος θέτει διλήμματα και ερωτήματα πρωτόγνωρα στους σύγχρονους Χριστιανούς. Η σύγχρονη τεχνολογία, για παράδειγμα, έχει αλλοιώσει ριζικά την αντίληψη του χώρου και του χρόνου που επικρατούσε ακόμα μέχρι πριν δυο τρεις δεκαετίες. Ο πολιτισμός του ατομισμού και της κατανάλωσης, ο οποίος σήμερα παγκοσμιοποιείται, δημιουργεί ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμαστε να ζήσουμε. Αυτός ο πολιτισμός, λοιπόν, αποτελεί μια ισχυρή πρόκληση η οποία αναπόφευκτα θέτει σε δοκιμασία τις δεσμεύσεις μας, δηλαδή την πίστη μας. Μπροστά σ’ αυτές τις αλλαγές, ο καθένας από μας αντιδρά με διαφορετικό τρόπο. Άλλοι υιοθετούν πανικόβλητοι τη λογική του κόσμου κι άλλοι οχυρώνονται μέσα σε φαντασιώσεις προσποιούμενοι ότι δεν βλέπουν τον κόσμο. Πέρα όμως από τις συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις, η Εκκλησία εξακολουθεί με τη Θεία Ευχαριστία και τα άλλα μυστήρια, να δίνει μια τροφή που υπερβαίνει τις αντιπαραθέσεις και τη δική μας μικρότητα. Και η εποχή μας δίνει μια δυνατή σπρωξιά στον καθένα μας για να κατευθυνθεί προς την αμετάβλητη αυτή πηγή. Αν, όπως είχε προβλέψει ο Μπερντιάγεφ, έφτασε η εποχή όπου θα γίνουν ξεκάθαρες αντιπαραθέσεις πνευμάτων, τότε αυτή η κρίση που διερχόμαστε ως Εκκλησία, έχει και τη θετική της πλευρά. Είναι κλονισμός της αυτάρκειας και της έπαρσής μας. Στην μεν Εκκλησία της Κύπρου κλονίζεται η αυτάρκεια του χρήματος, στη δε Εκκλησία της Ελλάδος η ταύτισή της με τα εθνικά σύνορα. Είναι ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον εαυτό μας. Είναι αρχή για ένα ξεκαθάρισμα του λόγου της Εκκλησίας μας. Προσπαθώ λοιπόν να βλέπω τη θετική πλευρά από τις όποιες συγκρούσεις. Είναι σαν να φυσά ένας αέρας δυνατός που διαπερνά και την Εκκλησία. Ότι λοιπόν στέκει, θα σταθεί. Ότι είναι ετοιμόρροπο, θα πέσει.
-Πώς θα μπορούσαμε οι κληρικοί να συνεργήσουμε σε μια αλλαγή της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας των πιστών; -Με τις μετακινήσεις πληθυσμών και τις επαφές των πολιτισμών, η Εκκλησία εξέρχεται από την παραδοσιακή ασφάλειά της. Πως το αξιολογείται αυτό; -Είναι γεγονός ότι η κατάσταση του κόσμου στα τέλη του εικοστού και στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα έχει ριζικά διαφοροποιηθεί σε σχέση με παλαιότερες εποχές. Μαζί με όλα τα αρνητικά, βλέπω αρκετά θετικά στη νέα αυτή κατάσταση. Κατ’ αρχήν, ο ίδιος ο κόσμος θέτει πια σε αμφισβήτηση την ιδέα της ταύτισης της Εκκλησίας με το έθνος-κράτος. Είναι δύσκολο πια να θεωρούμε ότι η Εκκλησία περιορίζεται από παράγοντες όπως η εθνική καταγωγή, η γλώσσα, η ιθαγένεια. Η ανάμειξη των πολιτισμών και το αδυνάτισμα των εθνικών ορίων, αυτή η κατάσταση που ονομάστηκε «παγκόσμιο χωριό», οδηγεί σε κατάρρευση πολλά ιδεολογήματα, πολλές ψευδαισθήσεις, πολλές περιχαρακώσεις. Η Εκκλησία παίρνει ξανά το δρόμο ξέροντας ότι δεν μπορεί να στηριχτεί σε τέτοια δεκανίκια κι ότι το μόνο που έχει είναι η ίδια η αλήθεια της. Είναι λοιπόν μια περίοδος δύσκολη αλλά και πνευματικά γόνιμη. Διότι έρχεται η ώρα που φαίνεται πια η γύμνια των ιδεολογιών, του εθνικισμού, του κομμουνισμού, ακόμα και της θρησκείας. Αυτή η απογύμνωση οδηγεί σε μια πιο καθαρή θέα της πραγματικότητας. Κάνει να φαίνεται καθαρά το μηδέν, το κενό ενός πολιτισμού χωρίς Χριστό. Σ' αυτό λοιπόν το σημείο έρχεται η ώρα για να πει η Εκκλησία το λόγο της. Σε μια κατάσταση υλικού κορεσμού και απουσίας νοήματος όπου τα πάντα πωλούνται και αγοράζονται, η Εκκλησία, αν μένει πιστή στην ουσία του μηνύματος της, στην εμπειρία της Θείας Λειτουργίας, πρέπει να οδηγήσει τον άνθρωπο μπροστά σ' εκείνο που δεν πωλείται ούτε αγοράζεται, αλλά φωτίζει τα πάντα. Να δώσει μαρτυρία για μια ύπαρξη που βιώνεται ως ιερουργία, ως γιορτή, ως ευχαριστία. -Είναι φανερό πως η αγάπη προς το έθνος μας και το πατριωτικό συναίσθημα χρωματίζουν έντονα και την εκκλησιολογική μας συνείδηση. Ποιες είναι παρενέργειες αυτού του φαινομένου και τι θα μπορούσε να γίνει; -Η αγάπη ενός εκάστου για το έθνος και την πατρίδα του είναι κάτι φυσιολογικό. Όπως γλαφυρότατα υπογραμμίζει η Προς Διόγνητον Επιστολή, οι Χριστιανοί δεν διαχωρίζουν τον εαυτό τους από τον τόπο τους, το έθνος στο οποίο γεννήθηκαν, τα ήθη και τα έθιμά της χώρας τους. Γι’ αυτό και η Εκκλησία ευλογεί το έθνος και την πολιτισμική ταυτότητα ή την τοπική ιδιαιτερότητα. Ο εθνικισμός, όμως, έρχεται να διαστρέψει αυτή την αγάπη και να τη μετατρέψει σε λατρεία. Και από τη στιγμή που κάποιος λατρεύει το έθνος αντί τον Θεό είναι λάτρης ειδώλων και όχι Χριστιανός. Η αδυναμία μας να διακρίνουμε τη διαφορά μεταξύ της αγάπης του έθνους και του εθνικισμού, οδήγησε σε πολλά δεινά. Ειδικά την μικρή μας πατρίδα την Κύπρο, η οποία υπήρξε πολλές φορές θύμα του εθνικισμού, τόσο του ελληνικού όσο και του τουρκικού. Έτσι γνωρίζουμε από πρώτο χέρι το μέγεθος αυτής της πλάνης. Γι’ αυτό και πιστεύουμε ότι η Εκκλησία, ειδικά η Εκκλησία της Κύπρου, έχει τεράστιο ρόλο να παίξει όσον αφορά το θέμα αυτό. Στους καιρούς που έρχονται θα πρέπει να δώσει με κάθε σαφήνεια το μήνυμα ότι η ταυτότητα και συνύπαρξη δεν είναι έννοιες αντικρουόμενες. Αυτή τη στιγμή στην ευρύτερη γειτονιά της Ελλάδας και της Κύπρου τίθεται ένα πρόβλημα συνύπαρξης με έναν άλλο πολιτισμό, τον μουσουλμανικό. Γι’ αυτό πιστεύω πως η Κύπρος μπορεί να αποτελέσει ένα παράδειγμα γι’ αυτή τη συνύπαρξη. Τα μηνύματα που λαμβάνουμε από τον κόσμο της Κύπρου, που μετά από το άνοιγμα των κατοχικών οδοφραγμάτων προέρχονται και από τις δύο του πλευρές, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι απλοί άνθρωποι έχουν βαρεθεί πια τη σύγκρουση στην οποία τους οδήγησαν τα συμφέροντα και οι ιδεολογικοί μαξιμαλισμοί. Έχω επισκεφθεί αρκετές φορές την έδρα της Μητροπόλεώς μου στην κατεχόμενη Μόρφου και τον πολιούχο της Άγιο Μάμα —του οποίου η λάρνακα μυροβλύζει ακατάπαυστα εν μέσω της κατοχής. Είδα με πόνο και συντριβή την καταστροφή που έγινε και τα τραύματα που άφησε στο πρόσωπο της Κύπρου η εισβολή. Είχα όμως και την ευκαιρία να συνομιλήσω, πολλές φορές με Τουρκοκύπριους και Τούρκους, όλων των αποχρώσεων. Κι είδα, σε πολλές περιπτώσεις, ότι οι συνθήκες είναι αρκετά ώριμες για να κτιστεί ένα κοινό μέλλον των δυο κοινοτήτων της Κύπρου. Θα χρειαστεί όμως η Εκκλησία να χτίσει γέφυρες έτσι ώστε, όταν επιτευχθεί η λύση του Κυπριακού, να ξανακερδηθεί η χαμένη εμπιστοσύνη και να αρθούν οι επιφυλάξεις. Περπατώντας μια μέρα στους δρόμους της κατεχόμενης Λευκωσίας, με πλησίασε μια οικογένεια Τουρκοκυπρίων που κρατούσαν στα χέρια ένα βρέφος που έκλαιγε γοερά γιατί φαίνεται είχε κάποιο δυνατό πόνο. Ήταν απελπισμένοι γιατί το κακό αυτό κρατούσε για ώρες και δεν ήξεραν πια τι να κάνουν. Μ’ εκλιπαρούσαν να το ευλογήσω για να θεραπευτεί. Έτσι και έκανα. Το παράδειγμα αυτό είναι νομίζω συμβολικό, δείχνει μια διάθεση, μια φορά, η οποία μιλά από μόνη της. Τι θ’ απαντήσουμε λοιπόν σ’ ένα τέτοιο αίτημα; *Συνέντευξη Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στο περιοδικό "Σύναξη" τευχ. 90, Απρίλιος - Ιούνιος 2004 |






