Αναζήτηση

Ομιλίες

Αντιμήνσιο Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου
Αρχική Μητροπολίτης Ομιλίες Εκκλησία και φυλακή
Εκκλησία και φυλακή PDF Εκτύπωση E-mail
Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου*

Ο νόμος του κόσμου τούτου είναι άμεσα συνυφασμένος με την έννοια της τιμωρίας, της ποινής. Η φυλακή, λοιπόν, είναι φυσικό επακόλουθο του νόμου, ο οποίος όρισε τη στέρηση της ελευθερίας ως ποινή για όσους παραβαίνουν τις διατάξεις. Παρ' όλο που η Εκκλησία αντιμετωπίζει εντελώς διαφορετικά όσους πέφτουν, όσους παραβαίνουν το νόμο του Θεού (όχι με ποινές, αλλά με συγχώρηση και άφεση αμαρτιών), είναι ωστόσο πολύ αρμόδια να μιλήσει για τη φυλακή. Και τούτο γιατί ξέρει τη φυλακή απ' έξω κι από μέσα -όσο κι αν φαίνεται παράξενο αυτό. Πρώτ' απ' όλα ο ίδιος ο Χριστός αλλά και οι πλείστοι των αγίων της Εκκλησίας μας, είχαν την εμπειρία της φυλακής, ή και των βασανιστηρίων. Ο Άγιος Μάμας, ο πολιούχος της Μητροπόλεώς μας, γεννήθηκε στη φυλακή. Πριν από τον Μέγα Κωνσταντίνο, η Εκκλησία ολόκληρη ζούσε σε μια στέρηση ελευθερίας, εν φυλακή. Η οποία συνεχίστηκε, σε διάφορους βαθμούς, κατά τη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν φτάνοντας μέχρι και τις μέρες μας. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα πόσες χιλιάδες Χριστιανών βρίσκονταν μέχρι προ τινός στις φυλακές αθεϊστικών καθεστώτων για την πίστη τους και μόνο.

Πέρα όμως απ' αυτά, ο Χριστός έκανε τη φυλακή και τους φυλακισμένους μέρος του Ευαγγελίου Του, αναφερόμενος ειδικά στο θέμα αυτό: «ξένος ήμην, και συνηγάγετε με, γυμνός, και περιεβάλετε με, ησθένησα, και επεσκέψασθε με, εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με.» (Μτθ. 25, 36). Οι φυλακισμένοι, λοιπόν, ανεξαρτήτως αιτίας, βρίσκονται, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Χριστού, σε μια δύσκολη κατάσταση που χρήζει της δικής μας επισκέψεως, του δικού μας ενδιαφέροντος και της δικής μας στήριξης. Τόση μάλιστα σημασία αποδίδει ο Χριστός σ' αυτό το θέμα, που λέει ότι όποιος επισκέπτεται φυλακισμένο, επισκέπτεται τον ίδιο τον Χριστό.

Είναι λοιπόν η φυλακή μια κατάσταση οριακή, που μας ενδιαφέρει από πολλές πλευρές. Γι' αυτό και ‘μεις, από την αρχή της επισκοπικής μας διακονίας, συμπεριλάβαμε και τις κεντρικές φυλακές στο πρόγραμμά μας. Έτσι, όσα θα πω απόψε θα είναι εν πολλοίς εμπειρικά, αφού μετά από χρόνια επισκέψεων στις φυλακές και γνωριμίας με τους φυλακισμένους, μπορώ να πω πως έχω σχηματίσει μια εικόνα του κόσμου της φυλακής από πρώτο χέρι.

Εκείνο που με εντυπωσίασε λοιπόν από την πρώτη στιγμή, είναι το εξής: κανένας φυλακισμένος δεν αντιμετώπισε την επίσκεψη ενός επισκόπου στη φυλακή αρνητικά ή υποτιμητικά, όπως συμβαίνει σε μερικές περιπτώσεις σε περιβάλλοντα έξω από τη φυλακή. Ανεξαρτήτως του αν εξομολογούνται ή όχι, όλοι οι φυλακισμένοι βλέπουν την παρουσία μου στη φυλακή με τρόπο θετικό, μάλιστα νοιώθουν ότι τους περιποιεί ιδιαίτερη τιμή που τους επισκέπτεται ένας επίσκοπος, τον οποίο συνηθίζουν να αποκαλούν «ο δεσπότης μας».

Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ένα γενικό αίσθημα θυματοποίησης που είναι διάχυτο μεταξύ των φυλακισμένων. Όχι με την έννοια πως πιστεύουν ότι είναι αθώοι, αλλά όντας πεπεισμένοι ότι άλλοι διέπραξαν πολύ μεγαλύτερα σφάλματα χωρίς να τιμωρούνται, ενώ αυτοί τελικά πληρώνουν για όλους και για όλα.

Και φυσικά το μέγιστο θέμα που απασχολεί τον κάθε φυλακισμένο ανεξαιρέτως, είναι το ίδιο το γεγονός της φυλάκισής του, η στέρηση της ελευθερίας του, την οποία βιώνει κατά ένα πολύ έντονο τρόπο, με μια ένταση που δεν μπορεί να την συλλάβει κάποιος που δεν έζησε στη φυλακή. Ο στόχος όλων είναι να βρεθούν έξω μια ώρα αρχύτερα, ή τουλάχιστον να βελτιώσουν την κατάστασή τους περνώντας από το κλειστό τμήμα στις λεγόμενες ανοικτές φυλακές. Με λίγα λόγια να βρεθούν όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πολυπόθητη ελευθερία. Γι' αυτό και αρκετοί, συνδέοντας το επισκοπικό αξίωμα και με κάποια κοσμική επιρροή, ζητούν μεσολάβηση από μένα, είτε για να τους δοθεί χάρη, είτε για να βελτιώσουν τις συνθήκες κράτησής τους.

Όπως είπα και προηγουμένως, οι φυλακισμένοι βρίσκονται σε μια οριακή κατάσταση. Είναι σημαδεμένοι από ένα αίσθημα απόρριψης από την κοινωνία. Γι' αυτό και έχουν ανάγκη πρώτ' απ' όλα από μια φιλική παρουσία. Μου έλεγε κάποιος φυλακισμένος θυμοσοφώντας: «όταν έρχεσαι, να φέρνεις πάντα μαζί σου: το πετραχήλι, ένα χαμόγελο, μια γλυκιά κουβέντα και... κανένα πακέτο τσιγάρα...» Πρώτα απ' όλα λοιπόν, είναι σημαντικό να υπάρχει παρουσία του ιερέα, του επισκόπου, στη φυλακή. Να γίνει κατά κάποιο τρόπο ένα στοιχείο του κόσμου της φυλακής, δίνοντας με την παρουσία του μια δυνατότητα.

Πέρα όμως από αυτό, η Εκκλησία έχει να παίξει τεράστιο ρόλο, κυρίως όσον αφορά την προετοιμασία του φυλακισμένου για την έξοδο. Στην κρίσιμη εκείνη στιγμή που ο φυλακισμένος θα ξανασυναντήσει την κοινωνία, ο κόσμος της παρανομίας που τον περιμένει διακαώς, σπεύδει να τον αγκαλιάσει ως έναν έμπειρο, ως έναν πτυχιούχο του εγκλήματος. Το παλιό του περιβάλλον τον περιμένει με ανοικτές τις αγκάλες για να τον βυθίσει βαθύτερα στην παρανομία.

Γι' αυτό πρέπει να γίνει δουλειά σε πολλά επίπεδα ώστε να αποτραπεί αυτή η θριαμβευτική επάνοδος και να αποσυνδεθεί ο άνθρωπος αυτός από το χώρο του εγκλήματος. Τόσο μέσα στη φυλακή όσο και μετά την έξοδο.

Κατά τη διάρκεια της κράτησής τους θα πρέπει η Εκκλησία να προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει τους ανθρώπους αυτούς, ώστε να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα της κατάστασής τους. Και μια βασική δουλειά του πνευματικού είναι να προσπαθήσει να βγάλει από μέσα τους τη διάθεση της εκδίκησης. Γιατί πολλές φορές οι φυλακισμένοι που διέπραξαν σοβαρά εγκλήματα βρίσκονται στο μέσο αλληλοσυγκρουόμενων εγκληματικών συμφερόντων, έχουν σύνδεση με φατρίες και παρέες που αλληλοσπαράζονται, νοιώθουν ότι μετά την έξοδο του θα απειλείται η ζωή τους γι' αυτό θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν λογαριασμούς ή απλώς να εκδικηθούν κάποιους που θεωρούν ως τους κύριους υπεύθυνους για την φυλάκισή τους.

Έργο του πνευματικού λοιπόν είναι να προσπαθήσει αφ' ενός να θάψει το παρελθόν, να μην υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες που αφορούν το έγκλημα ή την προηγούμενη ζωή του φυλακισμένου. Αφ' ετέρου δε να προσπαθήσει να θέσει τις βάσεις για μια κανονική μετέπειτα ζωή, μακριά από τον κόσμο του εγκλήματος και χωρίς αντεκδίκηση. Θα πρέπει, με λίγα λόγια, να βοηθήσει αυτόν τον τσακισμένο άνθρωπο να αξιοποιήσει πνευματικά την φυλακή και μέσω της μετάνοιας να δώσει ένα νέο νόημα στη ζωή του. Να δει δηλαδή τη φυλακή όχι ως ένα τέλος αλλά ως μια ευκαιρία για αρχή πάνω σε άλλη βάση.

Φυσικά αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο με την κουβέντα και την προσωπική επαφή. Χρειάζονται και πιο συγκεκριμένες ενέργειες, τις οποίες και θα πρέπει να αναλάβει η Εκκλησία. Όπως για παράδειγμα να βοηθήσει κατά την έξοδο από τη φυλακή στην κοινωνική επανένταξη του ανθρώπου αυτού με την εξεύρεση εργασίας. Γι' αυτό είναι αναγκαίο να διατηρεί διασυνδέσεις με σχετικές υπηρεσίες ή οργανισμούς που μπορούν να βοηθήσουν.

Ο πρώτος καιρός μετά την έξοδο κάποιου από τη φυλακή είναι πραγματικά κρίσιμος γιατί από εκεί εξαρτάται προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα. Αν το έντονο αίσθημα της απόρριψης, που καλλιέργησε μέσα του ο άνθρωπος αυτός κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, ενισχυθεί από μια αποτυχία του να επανενταχθεί κανονικά βρίσκοντας μια σταθερή δουλειά, ένα σπίτι, κάποιες κοινωνικές επαφές, είναι πολύ πιθανό να ξαναγυρίσει δριμύτερος στον κόσμο του εγκλήματος. Και είναι γνωστό ότι εκεί θα τον υποδεχτούν με ανοιχτές αγκάλες.

Η Εκκλησία θα πρέπει επίσης, εκεί όπου υπάρχει ανάγκη, να φροντίσει να βοηθηθούν οικονομικά και οι οικογένειες των φυλακισμένων γιατί, εκτός από την ανάγκη της ίδιας της οικογένειας, η βοήθεια αυτή επενεργεί ευεργετικά και προς τον ίδιο το φυλακισμένο.

Πολύ βοηθά, επίσης, όταν οι ιερείς ή οι Επίσκοποι βλέπουν στη φυλακή τους ανθρώπους της ενορίας ή της μητροπολιτικής τους περιφέρειας. Συντηρείται έτσι ένας πολύ σημαντικός δεσμός, μια αίσθηση του ανήκειν στην τοπική Εκκλησία. Και ο δεσμός αυτός λειτουργεί ως αντίβαρο στις ενδεχόμενες κακές επιδράσεις που θα έχει ο φυλακισμένος κατά τη διάρκεια της κράτησής του και μετριάζει την αίσθηση της κοινωνικής απόρριψης που ούτως ή άλλως έχει.

Για όλους αυτούς τους λόγους θα πρέπει και η Εκκλησία να ενισχύσει την παρουσία της στο χώρο των φυλακών που σήμερα είναι κάπως περιορισμένη αφού υπάρχει μόνο ένας γηραιός εφημέριος για τη Λειτουργία και για πνευματικός ο πατήρ Μάριος Δημητρίου από το Καϊμακλί. Χρειάζεται όμως εντονότερη παρουσία.

Από την μέχρι τώρα εμπειρία μου, πιστεύω επίσης ότι θα βοηθήσει πολύ προς την κατεύθυνση που ήδη περιέγραψα, η καθιέρωση μιας ειδικής μεταχείρισης στη φυλακή για τους νέους και τους ναρκομανείς. Οι νέοι που φυλακίζονται για κάποιο μικροπαράπτωμα, γνωρίζουν στη φυλακή έναν κόσμο συσσωρευμένης εγκληματικής εμπειρίας. Μυημένοι στον κόσμο αυτό, τις περισσότερες φορές χειροτερεύουν αντί να διορθώνονται (όπως αναμένει το επίσημο σωφρονιστικό σύστημα). Γίνονται δηλαδή ικανοί για χειρότερα εγκλήματα και η επάνοδός τους σε μια κανονική ζωή γίνεται όλο και πιο απίθανη.

Και οι ναρκομανείς επίσης, όσο κι αν αυτό δεν είναι παραδεκτό, έχουν πιθανότητες χειροτέρευσης στη φυλακή. Θα μου πείτε: με ποιον τρόπο; Δεν ξέρω. Όμως έχω γνωρίσει συγκεκριμένες περιπτώσεις ελαφρών ναρκομανών που πήγαν από το κακό στο χειρότερο στη φυλακή και κατέληξαν στα σκληρά ναρκωτικά. Ή άλλους που έκαναν τιτάνιο αγώνα για να μην μπλεχτούν περισσότερο με τα ναρκωτικά.

Για όλους αυτούς τους λόγους πιστεύω ότι είναι απαραίτητο να υπάρχει κάποια διαφορετική μεταχείριση για τους νεαρούς σε ηλικία παραβάτες καθώς και για τους εθισμένους σε ναρκωτικές ουσίες.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη εισήγηση, θα ήθελα να αναφερθώ και λίγο και στο πώς βλέπει η κοινωνία μας τη φυλακή και τους φυλακισμένους.

Επειδή, δυστυχώς, από κάποια στιγμή και μετά επικράτησε και στο δικό μας κοινωνικό χώρο ένας ξενόφερτος ηθικισμός, είναι πλέον διάχυτη η άποψη ότι οι «κακοί» βρίσκονται, ή πρέπει να βρίσκονται στη φυλακή. Ενώ όσοι δεν βρίσκονται στη φυλακή, οι «καλοί» και φιλήσυχοι πολίτες, δικαιούνται να απολαμβάνουν τη ζωή τους ανενόχλητοι.

Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» -ή μάλλον μπορεί να υπάρχουν μόνο στις φτηνές αμερικάνικες τηλεταινίες... Στην πραγματικότητα, όμως, οι φυλακισμένοι δεν διαφέρουν σε ηθικό επίπεδο από όλους εμάς. Γιατί δεν έχει σημασία τελικά το τι διέπραξε ο καθένας, στο παρελθόν, αλλά το τι επιλέγει να κάνει με τη ζωή του σήμερα, καθώς επίσης και το πώς τοποθετείται απέναντι στις πράξεις του και γενικότερα τον εαυτό του.

Μέσα στις φυλακές έχω δει περιπτώσεις συγκλονιστικής μετάνοιας αλλά και εκπληκτικής πώρωσης. Το ίδιο έχω δει και έξω από τις φυλακές. Κανείς επομένως δεν έχει κριθεί, και κανένας δεν μπορεί να κριθεί. Γιατί απλά δεν έχει έρθει ακόμα Αυτός που θα κρίνει. Καλά κάνουμε λοιπόν να αποβάλουμε αυτή την αυτάρκεια που έχει εγκατασταθεί στις συνειδήσεις μας. Και κυρίως να μη θεωρούμε ότι υπάρχει κάποια δεδομένη γραμμή που χωρίζει τους εντός με τους εκτός των φυλακών. Οι φυλακισμένοι είναι κομμάτι απ' το σώμα μας, κι όταν, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, πονάει ένα μέλος του σώματος τότε πονάει όλο το σώμα.

Αυτές τις βαθιές αλήθειες γύρω από τη φυλακή, τις διατύπωσε με το συγκλονιστικότερο τρόπο ένας άλλος μεγάλος φυλακισμένος, ο Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογέφσκυ. Το βιβλίο του «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων» είναι -αν μπορώ να το πω έτσι- μια «διατριβή» για το ζήτημα της φυλακής και των φυλακισμένων. Βλέπουμε σ' αυτό το παράδοξο βιβλίο, το οποίο σας συστήνω ανεπιφύλακτα γιατί κατά τη γνώμη μου είναι ένα θεολογικό βιβλίο, να ξετυλίγονται τα απύθμενα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα στην κοινωνία αυτή του κάτεργου της Σιβηρίας, βλέπουμε την ατέλειωτη κλίμακα των ανθρώπινων παθών, την τρομερή δύναμη του ανθρώπου να καθορίζει ο ίδιος τη μοίρα του, την ανατροπή των προκατασκευασμένων εννοιών του «καλού» και του «κακού». Και κυρίως βλέπουμε μια προσέγγιση του κακού ως θέματος ελευθερίας.

Γιατί σε τελευταία ανάλυση περί αυτού πρόκειται. Το κακό είναι ένα ενδεχόμενο της ανθρώπινης ελευθερίας. Η ίδια ελευθερία όμως μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο μέχρι τη θέωση. Και η πορεία αυτή μπορεί να ξεκινά οποτεδήποτε και από οπουδήποτε. Ακόμα και από τη φυλακή.

*Ομιλία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου την 24η Νοεμβρίου 2003