Αναζήτηση

Ομιλίες

Αντιμήνσιο Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου
Αρχική Μητροπολίτης Ομιλίες Η Εκκλησία της Κύπρου μπροστά στο σύγχρονο κόσμο
Η Εκκλησία της Κύπρου μπροστά στο σύγχρονο κόσμο PDF Εκτύπωση E-mail

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου*

Από τη στιγμή της Γεννήσεως του Θεανθρώπου Χριστού, το σύμπαν και η ιστορία των ανθρώπων προσλαμβάνονται από τη θεία Σάρκωση. Με την πρώτη του έλευση ο Χριστός ανακεφαλαίωσε τα πάντα στο πρόσωπό του, ενώ η υπόσχεση της δεύτερης του ελεύσεως έγινε ο μαγνήτης που έλκει την ανθρώπινη ιστορία και την προσανατολίζει προς την έσχατη μέρα. Όταν λοιπόν μιλούμε για την Εκκλησία μέσα στο σύγχρονο κόσμο -αλλά και για την Εκκλησία σε οποιαδήποτε εποχή- μιλούμε για μια σχέση που καθορίστηκε από αυτό το γεγονός της Σαρκώσεως και διατυπώθηκε μέσα από το Ευαγγέλιο.

Η Εκκλησία στον κόσμο, είναι -και πάντα ήταν- η μοναδική ευκαιρία του κόσμου να γλυτώσει από το θάνατο. Συνεχίζοντας το μυστήριο της Σαρκώσεως, η Εκκλησία θυμίζει πως «ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει θεός». Αυτός είναι ο δρόμος που ανοίγει η Εκκλησία. Ένας δρόμος που δεν έχει τέρμα, αφού προορισμός του είναι η Αγιότητα. Και Αγιότητα, σημαίνει μετοχή στις θείες ενέργειες, επομένως κατά χάριν Θέωση του ανθρώπου. Δια των Μυστηρίων και της Λειτουργίας της η Ορθόδοξη Εκκλησία φανερώνεται ως ο τόπος όπου συντελείται αυτή η μεταμόρφωση, και πραγματοποιείται η ζωή του Θεού μέσα στο ανθρώπινο.

Ωστόσο, όλοι γνωρίζουμε πως για να δώσει τη μαρτυρία της η Εκκλησία μέσα στον κόσμο έχει να κάνει έναν αγώνα και να υπερβεί πολλούς πειρασμούς. Όλοι βλέπουμε τα σημεία της εποχής στην οποία εισερχόμαστε, της εποχής του Υδροχόου, όπως λένε κάποιοι, όπου η ανατροπή των δεδομένων του κόσμου γίνεται με ρυθμούς που δεν προλαβαίνουμε να παρακολουθήσουμε.

Η άλλοτε κλειστή αγροτική μας κοινωνία έρχεται σήμερα αντιμέτωπη με όλες τις αναστατώσεις του σύγχρονου κόσμου και βιώνει στο σώμα της τα σημεία της λεγομένης «Νέας Εποχής». Καλούμαστε να ζήσουμε σε καιρούς όπου τίποτα δεν είναι πια δεδομένο και όλες οι επιλογές εμφανίζονται ισοδύναμες· εποχή της πληροφορίας όπως λεν, όπου, όμως, σπανίζει η άνωθεν πληροφορία· εποχή της επικοινωνίας, όπου κατά τα άλλα απωλέσαμε την των προσώπων κοινωνίαν. Ο σύγχρονος κόσμος νοιώθει αμηχανία μπροστά στην αγιότητα, γιατί δεν βρίσκει πραγματικά τίποτα αντίστοιχο στον κόσμο, ώστε να την ερμηνεύσει και να την κατανοήσει λογικά όπως συνηθίζει. Η Αγιότητα είναι παντελώς ανερμήνευτη : ένα γεγονός που δεν παραπέμπει σε τίποτα του κόσμου. Αν τώρα και η Εκκλησία νοιώθει με την σειρά της αμηχανία μπροστά στην εκκοσμίκευση, αυτό σημαίνει ότι είμαστε σε καλό δρόμο...

Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες λοιπόν, που αφορούν άμεσα πλέον και την μικρή μας πατρίδα, θα πρέπει η Εκκλησία να βρει τους τρόπους για να εισάξει τους ανθρώπους στο «αμήχανον κάλλος» της αγιότητας, υπερβαίνοντας τους πειρασμούς που προσπαθούν να της φράξουν το δρόμο. Κι επειδή ο λαός μας έζησε κατά τον εικοστό αιώνα κάθε λογής ανατροπές, θα τολμούσα να πω ότι σήμερα είναι ίσως η πρώτη φορά στην ιστορία της Κύπρου, που οι προσδοκίες του από την Εκκλησία έχουν χαρακτήρα πρωτίστως πνευματικό.

Όταν οι σημερινοί άνθρωποι στην Κύπρο στρέφονται προς την Εκκλησία ξέρουν ακριβώς τι ζητούν και επίσης ξέρουν -εκ πείρας- ότι από πουθενά και από κανέναν δεν μπορούν να λάβουν αυτό που ζητούν. Γι' αυτό, είναι σημαντικό η Εκκλησία να μπορεί να αντιλαμβάνεται το ρόλο της, και να μπορεί να δώσει πραγματικά ζωή και όχι λόγια. Να μπορεί να ορθοτομεί την αλήθεια της ζωής και του θανάτου. Να διασαλπίζει «ποιο το νυν και ποιο το αιέν του κόσμου», όπως λέγει ο ποιητής. Να μαρτυρεί ότι ο άνθρωπος είναι αιώνιο ον και όχι έρμαιο της φθοράς και του θανάτου. Να ξαναδώσει στον απογοητευμένο άνθρωπο την αίσθηση της ιερότητας, του μυστηρίου, της ενότητας του νυν και του αεί. Να βρει μ' άλλα λόγια τους τρόπους να τον εισάξει στο «αμήχανον κάλλος» της αγιότητας, υπερβαίνοντας τους πειρασμούς που προσπαθούν να της φράξουν το δρόμο.

Γι' αυτό, πρέπει να γρηγορούμε. Γιατί η δίψα του σύγχρονου ανθρώπου θα κρίνει το λόγο της στρατευομένης Εκκλησίας. Κι ότι είναι αληθινό θα φέρει ανθοφορία ψυχών· ότι δεν φτάνει στα μέτρα της δίψας του ανθρώπου, θα απορριφθεί, θα καταρρεύσει, θα εγκαταλειφθεί.

Θα πρέπει επομένως η Εκκλησία να βαθύνει ακόμα περισσότερο τη μυστική της διάσταση, τη μόνη πηγή απ' όπου μπορεί να αντλήσει νερό για όλο τον κόσμο. Τη διάσταση που ειρηνικά ανατρέπει τις δομές αυτού του κόσμου και τον ανοίγει στις πραγματικότητες των μυστηρίων του Θεού. Η Σάρκωση του Λόγου, είναι είσοδος σε μια περιπέτεια αγάπης. Ο Θεός τα ρίσκαρε όλα, μπαίνοντας στην ιστορία και στη ζωή του καθενός. Κενούμενος από μια δόξα που ούτε οι άγγελοι δεν μπορούν να την ατενίσουν, ήρθε γυμνός, εκπέμποντας μονάχα μια παράκληση : «δεύτε», άν θέλετε! Κι όταν ο κόσμος δεν θέλησε, Αυτός κατέβηκε ακόμα πιο χαμηλά, μέχρι του σταυρικού θανάτου.

Αυτό είναι το έργο που καλείται να συνεχίσει σήμερα η Εκκλησία της Κύπρου. Αυτή είναι η στάση της απέναντι στο λαό της και τον σύγχρονο κόσμο. Ή, μάλλον, δεν πρόκειται για στάση, αλλά για κίνηση. Γιατί ο Θεός, μετά την πτώση, δεν έκατσε στους ουρανούς θιγμένος καταναλώνοντας το δίκιο του, αλλά κατέβηκε στον κόσμο κάνοντας Αυτός την πρώτη κίνηση. Κίνηση που αγκάλιασε τον κόσμο. Όπου λοιπόν ο λαός της, εκεί και η Εκκλησία της Κύπρου. Θα πρέπει λοιπόν και η Εκκλησία της Κύπρου συνεχίζοντας το μυστήριο της Σαρκώσεως να βγει προς αναζήτησιν του σύγχρονου ανθρώπου. Να κάνει μια κίνηση εναγκαλισμού της σύγχρονης πραγματικότητας. Αφού ο Χριστός δεν είναι ιδέα αλλά ζωή, θα πρέπει να μην αφήσει την αλήθεια της να γίνει μια κλειστή ιδεολογία, αλλά να την διοχετεύσει μέσα στη σύγχρονη ζωή. Να μπολιάσει τον πολιτισμό, την τέχνη, την πολιτική, τους θεσμούς. Να δείξει στον άνθρωπο πως όλα αυτά που σήμερα εκτρέπονται προς το παράλογο, είναι δυνατόν, μέσα από τη σχέση με τον Θεό και τον άνθρωπο να αποκτήσουν νόημα. Να έχει εστιασμένη διαρκώς τη θεολογική της ευαισθησία στην ιστορική διάσταση, όντας ταυτόχρονα απαρέκκλιτα προσηλωμένη στην προοπτική της Βασιλείας.

Θα πρέπει λοιπόν η Εκκλησία μας να ξαναβρεί τον ειδωλοκλαστικό και προφητικό της ρόλο μέσα σε όλες τις εκφάνσεις της σύγχρονης πραγματικότητας. Μία από αυτές τις εκφάνσεις, είναι αυτό που γενικά ονομάζουμε πολιτισμό και που στην ουσία αποτελεί την ίδια την παρακαταθήκη της ψυχής ενός λαού. Ο Πατριάρχης Αντιοχείας Ιγνάτιος, σε μια ομιλία του σε παγκόσμιο Συνέδριο που έγινε πέρσι στη Ρουμανία, τόνιζε ότι η κουλτούρα αποτελεί το κατώφλι του μυστηρίου. Η πολιτιστική και καλλιτεχνική δημιουργία, λέει, όταν είναι ειλικρινής , «σκάβει μέσα στον άνθρωπο μια θέση για τον Θεό ». Μίλησε μάλιστα ο Πατριάρχης Αντιοχείας για μια «θεολογία του κατωφλιού », δηλαδή μια θεολογία που να είναι σε θέση να σκύψει πάνω από τον πολιτισμό και να τον αντιμετωπίσει ως κατώφλι του μυστηρίου του Θεού.

Στο δικό μας χώρο, καταφέραμε δυστυχώς να προκαλέσουμε ένα ρήγμα μεταξύ πολιτισμού και πίστης, πράγμα που μας οδήγησε, πιστεύω, σε μεγάλη φτώχια. Ενώ η παράδοση μας ανέκαθεν ήταν ανοικτή και προσελάμβανε τις τέχνες και γενικά τον πολιτισμό, εντάσσοντάς τις στην λατρεία της και δίνοντάς τους μια νέα ανοδική φορά, φτάσαμε σήμερα στο σημείο να κοιτάζουμε τον πολιτισμό με καχυποψία, θεωρώντας μάλιστα την πολιτιστική ή καλλιτεχνική καλλιέργεια ασύμβατη με τον Χριστιανισμό.

Και αφού μιλούμε για τον «αμήχανον κάλλος» της αγιότητος, θα πρέπει η διάσταση του κάλλους να προκύπτει μέσα από καθετί το εκκλησιαστικό, ιδιαιτέρως δε σε όσα αφορούν την λατρεία μας. Το κάλλος πρέπει να κυριαρχήσει και να αντανακλάται στη ναοδομία μας, στην εικονογραφία, στην ψαλτική. Αυτό που έχει ανάγκη ο σύγχρονος Κύπριος είναι ένα κατανυκτικό περιβάλλον, ένας ορθόδοξος ναός όπου να μπορεί να αφουγκραστεί την ψυχή του. Μέσα από το απέριττο κάλλος της λατρείας, να ξανασυνδέεται με το μυστήριο, να μπορεί να μαζεύει τον διασκορπισμένο του νου και να ξαναβρίσκει τον Θεό. Μέσα σ' έναν κόσμο όπου όλα προσπαθούν να επιβληθούν δια του όγκου και της ισχύος να αντιπαραθέσει η Εκκλησία το ταπεινό κάλλος που αφοπλίζει.

Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι έχουμε πολλά να μάθουμε επί τούτου. Γι' αυτό θα πρέπει να σκύψουμε με διάθεση μαθητείας πάνω στην πλούσια μας κληρονομιά και μνήμη. Στις αρχαίες μας εκκλησιές, τις εικόνες, τα ξυλόγλυπτα τέμπλα, τα ιερά σκεύη. Όχι μόνο για να τα συντηρήσουμε και να τα διαφυλάξουμε αλλά και για ν' αφουγκραστούμε το λόγο τους, να διδαχθούμε από το αψευδές ήθος τους. Να ξανασυνδεθούμε με το κάλλος που ακτινοβολούν. Πιστεύω ότι η προσπάθεια αυτή για διαφύλαξη των θησαυρών της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και λατρευτικής τέχνης, μέσα στον αιώνα που έρχεται, θα έχει καρπούς που θα ξεπερνούν τα πλαίσια της μικρής Κύπρου, γιατί η χάρη που σιωπηλά κουβαλούν μέσω των αιώνων αφορά τους ανθρώπους όλου του κόσμου.

Ας μην φοβόμαστε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Ποια είναι η άποψη μας ως Ορθοδόξων, για παράδειγμα, στα θέματα της μουσικής παιδείας, της γλωσσικής καλλιέργειας, της τέχνης γενικότερα; Ποια είναι η συμβολή μας στη διάπλαση ενός ορθόδοξου πολιτισμού; Φοβάμαι ότι η μακρά απουσία μας από το χώρο αυτό, έδωσε ευκαιρία για εισβολή κάθε λογής πολιτιστικών υποπροϊόντων στον τόπο μας, σε σημείο που να έχει προκληθεί ανεπανόρθωτη παραμόρφωση στις αισθήσεις του λαού. Κι αν αφήσουμε κάτι τέτοιο να συντελεστεί, να μην εκπλαγούμε όταν αυτός ο εκχυδαϊσμός αρχίσει να παρεισφρέει και στη λατρεία της Εκκλησίας μας.

Τώρα τελευταία, με αφορμή το ότι η γλωσσική πενία έγινε -με ευθύνη όλων μας- τρανός θεσμός του σύγχρονου μας βίου, έρχονται μερικοί και μας μιλούν για μεταγλωττίσεις της λατρείας, αλλαγές του τυπικού, και άλλα τινά. Αποκαλούν μάλιστα τους λογισμούς τους «λειτουργική αναγέννηση», υπονοώντας ότι το ανυπέρβλητο κάλλος της λατρείας μας είναι ένα είδος μεσαίωνα που πρέπει να ξεπεραστεί. Θα πρέπει όμως κάποτε να ανακόψουμε επιτέλους αυτή η πορεία από έκπτωση σε έκπτωση. Να κρατήσουμε το λατρευτικό μας ήθος μέσα από την λειτουργική τάξη και τη διαχρονικότητα της γλώσσας. Να αφεθούμε να μας αλλάξει η ομορφιά της Λειτουργίας, κι αν είναι να κάνουμε κάποιες αλλαγές αυτές πρέπει να γίνουν με τον τρόπο της Εκκλησίας, δηλαδή μέσα από Διορθόδοξη Σύνοδο υπό την ιερά επιστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Συνοδικώς λοιπόν, με νηφαλιότητα και χωρίς βιασύνες. Λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ανάγκη για περισσότερη λογική κατανόηση όσο και τη δίψα του λαού για μυστήριο. Όσον αφορά δε στην ανάγκη για περισσότερη κατανόηση, αυτή μπορεί να διακονηθεί και από τις Λειτουργικές Κατηχήσεις που μπορούν να γίνονται από τους Επισκόπους, αλλά και γενικότερα μπορεί να αποτελέσει μια διάσταση του κατηχητικού έργου της Εκκλησίας. Επίσης θα πρέπει να θεωρούμε πλέον και το ζήτημα της γλωσσικής καλλιέργειας του λαού ως πρωτεύον, με έντονες μάλιστα θεολογικές διαστάσεις. Κι αν το σχολείο μας αδυνατεί, για όποιους λόγους, να δώσει μια ολοκληρωμένη γλωσσική παιδεία στους νέους μας, θα πρέπει η Εκκλησία να το περιλάβει στους στόχους του κατηχητικού της έργου.

Ένας άλλος τομέας στον οποίο πρέπει να οξύνουμε τη θεολογική μας ευαισθησία είναι και αυτός της πολιτικής, ζήτημα που έχει να κάνει με τη γενικότερη αντιμετώπιση της ιστορικότητας της Εκκλησίας μας. Όπως είπαμε, ο κάθε καιρός έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες και εκπέμπει τα δικά του μηνύματα. Σήμερα, είναι φανερό ότι οι καιροί επιτάσσουν άνοιγμα της Εκκλησίας από το έθνος στην οικουμενική Ορθοδοξία. Τώρα είναι η ώρα της οικουμενικότητας, της ορθόδοξης θεολογίας και του πολιτισμού. Ο εθνικός μεσσιανισμός πρέπει να αντικατασταθεί από μια χριστιανική παγκοσμιότητα. Η Εκκλησία μας έχει διαύλους επικοινωνίας οικουμενικής εμβέλειας, έχει τη βυζαντινή εικόνα, την ιεραποστολή που τόσο διορατικά ξεκίνησε ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και που συνεχίζεται με πολλές θυσίες· έχει τους τοπικούς της αγίους που είναι παράθυρα για μπορέσει ο άνθρωπος ανεξαρτήτως έθνους να ατενίσει την κοινή μας παράδοση· τον μοναχισμό μας που έχει οικουμενική παρουσία, στην Αγγλία, τη Γαλλία, το Άγιον Όρος, συνεχίζοντας έτσι το αποστολικό πνεύμα του Αποστόλου Βαρνάβα και του αδελφού αυτού Αποστόλου Αριστοβούλου φωτιστών Μεγάλης Βρετανίας και Κύπρου. Μια τέτοια θεολογία της υπέρβασης, του ανοίγματος, θα βοηθήσει και την Κύπρο ως κράτος, να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που ήδη προκύπτουν από την ενσωμάτωσή της μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα της δώσει μια ταυτότητα για να μπορέσει να ζήσει μέσα στη χοάνη της παγκοσμιοποίησης. Αλλά θα μας βοηθήσει και ως Χριστιανούς Έλληνες να συζήσουμε με τους μουσουλμάνους συγκατοίκους μας τους Τουρκοκυπρίους, όταν θελήσει ο Θεός να λυθεί κατ' ευχήν το πρόβλημα της Κύπρου. Μια τέτοια θεολογία θα οδηγήσει στη συνδιαλλαγή, ενώ το να εγκλεισθούμε στην ιδέα μιας Εκκλησίας του Έθνους θα οδηγούσε στον εθνικισμό και τον φανατισμό.

Εκτός όμως από τον πολιτισμό και την αισθητική, φάνηκε ότι θα χρειαστούμε έντονα και μια θεολογία της τεχνολογίας. Ήδη το ζήτημα των νέων ηλεκτρονικών ταυτοτήτων, που προέκυψε πρόσφατα, μας έδωσε μια ένδειξη για το τι θα αντιμετωπίσουμε τα επόμενα χρόνια. Διλήμματα οξύτατα και οριακά, συνδεδεμένα μ' έναν τεχνολογικό πολιτισμό που αναπτύχθηκε πάνω σε θεμέλια που βρίσκονται στον αντίποδα της ορθόδοξης άποψης για τον κόσμο. Βιο-ηθική, συντριβή του ανθρωπίνου προσώπου από κάθε λογής ηλεκτρονική δυνάστευση, μεταλλάξεις στους γενετικούς κώδικες των όντων, διαστροφή της ίδιας της αντίληψης του χώρου και του χρόνου με την εικονική πραγματικότητα. Πως στέκουμε ως Ορθόδοξοι απέναντι σ' όλα αυτά; Αν δεν έχουμε, ως Εκκλησία, την απαραίτητη θεολογική ωριμότητα ώστε να μπορούμε κάθε φορά να ασκούμε τη διάκριση που απαιτείται, δεν αποκλείεται να πέσουμε σε ακρότητες : είτε να υιοθετήσουμε μια στάση πανικού ξεχνώντας πως ο Χριστός νίκησε τον κόσμο και να δαιμονοποιήσουμε την τεχνολογία, είτε να αποδεχόμαστε ανύποπτοι και χαρούμενοι τις τερατογενέσεις και τις φενάκες του τεχνικού πολιτισμού αγνοώντας ότι μερικές από τις όψεις της τεχνολογίας αναιρούν στην πράξη την υπόστασή μας ως Χριστιανών. Χρειάζεται λοιπόν διάκριση ώστε να ξέρουμε τι παίρνουμε και τι αφήνουμε.

Εκτός της τεχνολογίας, η σύγχρονη Κύπρος δέχεται πια αναπόφευκτα και κάθε είδους άλλες επιρροές, οι οποίες δημιουργούν σωρεία προβλημάτων που μέχρι προ τίνος ήσαν εντελώς άγνωστα για την παραδοσιακή μας κοινωνία. Όταν μπούμε για λίγο στον καθημερινό χώρο όπου περνά τη ζωή του ο σύγχρονος Κύπριος, θα δούμε πράγματα που ήταν εντελώς αδιανόητα για τις προηγούμενες γενιές. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής, μας φέρνει συχνά αντιμέτωπους μ' ένα χάος. Χρειαζόμαστε λοιπόν εναγωνίως μια θεολογία της καθημερινότητας. Μια θεολογία του γάμου, για παράδειγμα η οποία να μπορεί να δώσει απαντήσεις σε όλα τα θέματα που αναφύονται γύρω από το γάμο και απασχολούν έντονα τον κόσμο, όπως το διαζύγιο, οι προγαμιαίες σχέσεις, η ομοφυλοφιλία, η έκτρωση, και τόσα άλλα. Έχω παρατηρήσει, κατά τις επισκέψεις μου σε σχολεία, και είναι ενδεικτικό αυτό, ότι ο περισσότερος χρόνος αυτών των συναντήσεων αναλώνεται σε ερωτήσεις των μαθητών γύρω από τα θέματα αυτά. Μια θεολογία της καθημερινότητας θα πρέπει να μπορεί να δώσει διεξόδους και νόημα, να εξηγεί τα «γιατί», αλλά το κυριότερο, θα πρέπει να μπορεί να γεμίζει τα κενά που γεννούν προβλήματα όπως η τοξικομανία, για παράδειγμα. Η οποία ως φυγή στον κόσμο της ψευδαίσθησης υπενθυμίζει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος βιώνει μιαν αφόρητη και χωρίς νόημα πραγματικότητα στην οποία φαίνεται πως δεν είμαστε αρκετά παρόντες. Η θεολογία μας πρέπει ν' αγγίξει θέματα όπως η ασθένεια του έιτζ, ο εκφυλισμός των κοινωνικών σχέσεων, η μοναξιά, η αποξένωση. Αλλά ακόμα και τα θέματα του περιβάλλοντος φυσικού κόσμου, του νοήματος της εργασίας και του χρόνου, του νοήματος του θανάτου.

Έρχονται καιροί που οι κοινωνικές αναστολές, οι φραγμοί, τα «πρέπει» καταρρέουν, και ο άνθρωπος διαπιστώνει τον ίλιγγο που κρύβει η ελευθερία του : το καλό και το κακό είναι πια στην απόλυτη επιλογή του και μόνο στο επίπεδο της συνείδησής του μπορεί να ληφθεί η απόφαση ποιο από τα δύο θα πράξει. Και βλέπουμε ότι το δεύτερο, είναι σαν το δέντρο της γνώσης που όμως κυριαρχεί στο δάσος του σημερινού μας πολιτισμού. Όταν λοιπόν ο σύγχρονος κόσμος διαταράσσει τον τρόπο και τις συνήθειες μέσα από τις οποίες αντιμετωπίζαμε παραδοσιακά όλα αυτά τα θέματα, τότε τι μένει; Ο λόγος της Εκκλησίας, ο οποίος απευθύνεται στη συνείδηση και μόνον. Είναι όμως ο λόγος μας ικανός να μιλήσει στη σύγχρονη συνείδηση; Ή μήπως θα έρθει κάποια στιγμή που ο σύγχρονος άνθρωπος θα μας πει « τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα μου τάπες με το πρώτο μου το γάλα... », όπως λέει και το τραγούδι...;

Ακόμα και η έννοια της ενορίας, όπως την ξέραμε, έχει σήμερα ανατραπεί, αφού στις σύγχρονες πόλεις μας όπου ζει η πλειονότητα του πληθυσμού, δεν μπορεί να έχει γεωγραφική έννοια η ενορία. Δεν υπάρχουν κοινότητες στην πόλη ούτε γεωγραφική οριοθέτηση ενοριών, ούτε η γειτονιά είναι αυτό που ήταν. Επιπλέον, φαίνεται ότι μέσα στο πλήθος υπάρχει πια και μια μερίδα ανθρώπων που επιλέγει συνειδητά να μην έχει ως κέντρο της ζωής της το ναό και την ενορία. Έτσι η ενορία αποκτά πλέον μια οριοθέτηση μυστηριακή. Άνθρωποι που γεωγραφικά δεν ανήκουν στον ίδιο χώρο, που οι ζωές τους δεν διασταυρώνονται, συναντούνται στους κόλπους της. Έτσι, ο δεσμός που την συνέχει είναι πλέον μυστικός, όχι γεωγραφικός. Γι' αυτό, ο ρόλος που έχει να παίξει ο κλήρος μας υπό τα νέα δεδομένα είναι πάρα πολύ σημαντικός. Και είναι παρατηρημένο ότι οι ιερείς που ασκούν την πνευματική πατρότητα γίνονται οι πόλοι γύρω από τους οποίους οικοδομούνται οι σύγχρονες, αγεωγράφητες μεν μυστικές δε, ενορίες. Είναι φανερό επομένως ότι χρειαζόμαστε περισσότερους πνευματικούς. Η έλλειψή τους πολλές φορές ωθεί τον διψασμένο για πνευματικότητα κόσμο μας να ψάχνει διαρκώς για γέροντες, με αποτέλεσμα, να δημιουργείται - παρ' όλα τα αγαθά κίνητρα- μια μανία και μια υπερβολή.

Νέα βαρύτητα αποκτά και το έργο της κατήχησης. Πρόκειται για ένα χώρο που πολύ έχει υποφέρει, λόγω του ότι κάποια στιγμή είχε παρεισφρήσει σ' αυτόν ένα ήθος ξένο προς την ορθόδοξή μας παράδοση, προερχόμενο από τις οργανώσεις που ήθελαν να αντικαταστήσουν την ποιμένουσα Εκκλησία κατηγορώντας την ως ανεπαρκή. Μιλούσαν για αφιέρωση αγνοώντας τη θεραπευτική υπακοή του μοναχισμού. Καλλιεργούσαν μια ευσέβεια που κατέληξε να είναι ευσεβισμός. Το αποτέλεσμα; Το κατηχητικό είχε γίνει περίπου ένα είδος ευσεβιστικού προσκοπείου, μια παιδική χαρά, η οποία δεν μπορούσε να πείσει ούτε καν τα ίδια τα παιδιά. Είναι καιρός, να ξανασυνδεθεί το έργο της κατήχησης με τον μεγάλο ποταμό της παραδόσεώς μας. Τα κατηχητικά πρέπει να γίνουν σωστά εργαστήρια αναζήτησης της αληθινής μας πολιτισμικής ταυτότητας. Να ευαισθητοποιήσουν τους νέους στην κουλτούρα και στην ομορφιά, στην ελληνική γλώσσα. Χώρος όπου να εμπεδωθεί μια ορθή άποψη περί διασκέδασης με κέντρο τον άνθρωπο και τις προσωπικές σχέσεις. Η κατήχηση πρέπει να κατατείνει προς τη μύηση στο χώρο του μυστηρίου. Μαζί λοιπόν με τη γλώσσα του πολιτισμού, πρέπει να μάθει στους νέους και τη γλώσσα της ησυχίας, της σκόλης, την αργίας και της κατάπαυσης, που χωρίς αυτές δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εσωτερική ζωή. Να γίνει μια νησίδα κατάπαυσης μέσα στην τύρβη του κόσμου. Νησίδα ειρήνης μέσα σ' έναν θορυβώδη κόσμο πρέπει να γίνει και ο σύγχρονός μας μοναχισμός. Να επανεύρει τον ησυχαστικό του χαρακτήρα, την εσωστρέφεια του, την αναχώρηση από τον κόσμο, για να μπορεί να φωτίζει τον κόσμο.

Όλες αυτές οι ανάγκες, είναι φανερό ότι προβάλλουν εντονότατες θεολογικές απαιτήσεις από την πλευρά του κλήρου μας. Και καθιστούν ακόμα πιο αισθητή την απουσία ενός Θεολογικού Σεμιναρίου στον τόπο μας. Ξεκινώντας από την υφιστάμενη Ιερατική Σχολή θα πρέπει σταδιακά να πραγματοποιηθεί μια μετεξέλιξή της σε Θεολογικό Σεμινάριο, σ' ένα χώρο φιλοκαλικής και πατερικής παιδείας αλλά και διασταύρωσης των μεγάλων θεολογικών ρευμάτων της εποχής μας. Όχι με την έννοια μιας ακαδημαϊκής έδρας θεολογίας, αλλά ένα είδος ανοικτού λαϊκού πανεπιστημίου, ένας τόπος συνάντησης κλήρου και λαού, τόπος συνεύρεσης ανθρώπων που έχουν μια θεολογική αναζήτηση. Θα είναι ένα απαραίτητο αποκούμπι για τους καιρούς που έρχονται.

Καιρούς σίγουρα δύσκολους, όπου με την κατάρρευση των διαφόρων ψευδαισθήσεων το κακό στον κόσμο εμφανίζεται πια σε όρους καθαρά πνευματικούς. Αλλά γι' αυτό ακριβώς, πρόκειται για καλούς καιρούς, όπως θα έλεγαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Καιρούς αγώνα και μαρτυρίου, όπου η Εκκλησία της Κύπρου καλείται να περάσει σε μια μετα-ιδεολογική και μετα-κοινωνιολογική φάση της πορείας της. Η διοικούσα Εκκλησία πρέπει να παραιτηθεί από την αίσθηση της υπέρ - εξουσίας. Πρέπει να γίνουμε κάπως πιο ταπεινοί, πιο λιτοί, πιο απλοί. Και αυτό θέλει ο λαός. Αυτά που ακούτε, δεν είναι σύγκρουση προσώπων. Και χωρίς να θέλω να εισέλθω σε ανάλυση αυτών των πραγμάτων είναι σύγκρουση νοοτροπιών. Νοοτροπίες συγκρούονται αυτή τη στιγμή. Και η Εκκλησία πρέπει να παραιτηθεί από την αυτάρκειά της, από την όποια πολυτέλεια έχουμε εξωτερικά και να ψάξουμε μέσα μας να βρούμε επαφή με τον Χριστό, με τον Θεό μας. Γιατί όπως προανέφερα ένας Επίσκοπος που έχει επαφή με τον Χριστό έχει και επαφή με τον λαό. Αυτά πάνε μαζί. Απλά θα ήθελα εν κατακλείδι αυτού του θέματος να πω το εξής. Έχει φυσήξει ένας πολύ δυνατός αέρας στην Κύπρο εδώ και μερικά χρόνια και νομίζω είναι του Θεού. Και ό,τι στέκεται στα πόδια του θα σταθεί ακόμα περισσότερο. Ό,τι σείεται, θα καταπέσει. Έτσι νομίζω ότι οι σοβαροί άνθρωποι της Εκκλησίας πρέπει να κάνουν υπομονή, να προσεύχονται και όλα αυτά μπορεί να είναι αφορμή για να γεννηθεί κάτι καλύτερο. Και μια Εκκλησία με τέτοια υποδομή Αγίων, γνήσιου μοναχισμού, λαού πονεμένου, που αναζητά πραγματικά τον Χριστό. Αυτή η Εκκλησία νομίζω καλείται να αναγεννηθεί και να γεννήσει και τον υπόλοιπο λαό, ο οποίος δεν έχει ακόμα αισθανθεί αυτήν την αλλαγή. Εμείς όμως αισθανόμαστε αυτήν την αλλαγή στα εξομολογητάρια τα οποία γεμίζουν. Δεν αδειάζουν. Γεμίζουν. Και ας υπάρχουν τόσα κανάλια, που συνεχώς μεταδίδουν σκάνδαλα. Τα σκάνδαλα βεβαίως υπάρχουν. Το ξέρω. Δεν μεταδίδονται όμως και τα καλά. Μεταδίδονται συνήθως τα σκάνδαλα. Εύχομαι λοιπόν αυτός ο αέρας του Αγίου Πνεύματος, ο οποίος κατέρχεται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο, αφού έτσι θέλει ο Θεός, ας φυσήξει ακόμα δυνατότερα. Ό,τι μπορεί να σταθεί, να σταθεί. ΄Ο,τι δεν στέκεται, θα πέσει.

Στο βαθμό που η ίδια η Εκκλησία μας άνευ όρων παραδίδεται στο Φως, τότε θα μπορεί να το παραδώσει και στο σύγχρονο άνθρωπο. Το μήνυμα δε που πρέπει να δώσουμε ως μέλη της, και εμείς ιδιαίτερα ως ποιμένες, στις δυνάμεις του κόσμου τούτου θα πρέπει να βεβαιώνει: Υπάρχουμε! Θα παραμείνουμε εδώ, υποκλινόμενοι μόνο στον Θεό. Ποτέ σε ανθρώπους. Και αν η ιστορία μας είναι πικρή, ο Κύριος που νίκησε τον κόσμο, μας παρηγορεί, και μας ανοίγει δρόμο για την αιωνιότητα!

*Ομιλία που εκφωνήθηκε στο συνέδριο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «2000 χρόνια παρουσία του χριστιανισμού στην Κύπρο» τη 10η Ιουνίου, 2000