Αναζήτηση

Ομιλίες

Αντιμήνσιο Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου
Αρχική Μητροπολίτης Ομιλίες Η Εκκλησία ως παράγοντας συνύπαρξης και ανοχής
Η Εκκλησία ως παράγοντας συνύπαρξης και ανοχής PDF Εκτύπωση E-mail

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου*

Όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε, οι στιγμές που περνά ο τόπος μας είναι οριακές. Υπό την έννοια ότι βρισκόμαστε σε μια φάση όπου αναμένεται να σημειωθούν θεμελιακές αλλαγές σε μείζονα θέματα που απασχολούν τον κυπριακό λαό. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και η πορεία του Κυπριακού, θα μας φέρουν σίγουρα μπροστά σε νέα δεδομένα τα οποία θα απαιτήσουν αναπροσαρμογές σε όλες μας τις προσεγγίσεις. Γι' αυτό είναι χρήσιμο, πιστεύω, να συζητούμε και να προβληματιζόμαστε γύρω από τα θέματα αυτά.

Πριν όμως προχωρήσω στην κατάθεση μερικών σκέψεων, θα ήθελα να κάνω μιαν αναγκαία διευκρίνηση : Η πολιτική πτυχή των θεμάτων αυτών αντιμετωπίζεται -επαρκώς πιστεύω- από τους εντεταλμένους προς τούτο αντιπροσώπους, τους οποίους εξέλεξε ο ίδιος ο λαός -δηλαδή όλοι εμείς. Ως Επίσκοπος, λοιπόν, δεν θα μιλήσω πολιτικά, αλλά θεολογικά, δηλαδή για τη βαθύτερη μας μοίρα. Αυτά που θα πω ισχύουν, είτε λυθεί το Κυπριακό είτε δεν λυθεί. Και θα πρέπει να απασχολήσουν την Εκκλησία -δηλαδή όλους εμάς- είτε η Κύπρος ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση είτε δεν ενταχθεί.

Η διευκρίνηση αυτή είναι νομίζω αναγκαία. Διότι αυτό που έμαθε ο κόσμος να περιμένει όταν μιλά ένας ιεράρχης, είναι ν' αρχίζει το λόγο του λέγοντας δυο-τρία λόγια για το Ευαγγέλιο και μετά να κάνει μια μακροσκελή πολιτική ομιλία για τα εθνικά θέματα. Και με αυτό δεν εννοώ βέβαια ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να ενδιαφέρεται για τα εθνικά θέματα. Βεβαίως και ενδιαφέρεται. Όπως και για όλα τα θέματα. Με τη διαφορά, όμως, ότι ο λόγος της δεν πρέπει να είναι κομματικός ή πολιτικός, αλλά βαθύτερος, υπαρξιακός. Δηλαδή θεολογικός, όπως θα έλεγα σε εκκλησιαστική γλώσσα.

Η αντίληψη αυτή για την άμεση ανάμειξη της Εκκλησίας στα πολιτικά θέματα, δεν είναι άσχετη με την ταραγμένη ιστορία του νησιού μας. Υπήρξαν στιγμές που η Εκκλησία ήταν η μόνη οργανωμένη δομή στην οποία μπορούσε να έχει πρόσβαση ο Έλληνας Χριστιανός αυτού του τόπου. Κλήθηκε λοιπόν η Εκκλησία στο παρελθόν να αναλάβει έναν εθναρχικό ρόλο τον οποίο και έπαιξε με επιτυχία στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας και στα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας. Ας αναφέρω εδώ ως παραδείγματα μιας φωτισμένης εθναρχίας τους Αρχιεπισκόπους Χρύσανθο, επί Τουρκοκρατίας, και Κύριλλο τον Γ', επί Αγγλοκρατίας. Άνθρωποι χαμηλών τόνων και οι δύο, αλλά με μεγάλες ψυχικές δυνάμεις, στήριξαν τον σκλαβωμένο λαό, ενίσχυσαν την παιδεία και τα γράμματα σε κείνους τους δύσκολους καιρούς και με το ποιμαντικό τους έργο στάθηκαν πραγματικοί πατέρες για το λαό μας.

Από ένα σημείο και μετά, όμως, η Εκκλησία της Κύπρου άρχισε να πέφτει στην παγίδα ενός εθνοκεντρισμού, μιας ιδεολογίας που όχι μόνο είναι ξένη με την ουσία του Χριστιανισμού, αλλά είχε ως αποτέλεσμα να οδηγήσει την Εκκλησία προς τον πολιτικό ακτιβισμό. Από το 1930 και μετά, η Εκκλησία παρουσιαζόταν λίγο πολύ ως ένας πολιτικός οργανισμός, που το κύριο του έργο ήταν κατ' αρχήν το εθνικό και όλα τα άλλα ακολουθούσαν ως δευτερεύοντα. Με την εγκαθίδρυση του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, βέβαια, ο πολιτικός ακτιβισμός άρχισε σταδιακά να υποχωρεί, και να παραχωρεί τη θέση του, όπως όλοι ξέρουμε, στις επιχειρήσεις και εν γένει στα οικονομικά.

Όμως η ανάμειξη της Εκκλησίας στην πολιτική, δημιούργησε στο λαό και τις ανάλογες προσδοκίες οι οποίες είναι ακόμα βαθειά ριζωμένες. Και παρ' όλο που άλλαξαν οι καιροί φτάνουν, σε μερικές περιπτώσεις, ως τις μέρες μας. Βλέπουμε για παράδειγμα, σήμερα, το εξής οξύμωρο : άνθρωποι που δηλώνουν άθεοι ή ανεκκλησίαστοι, ή που τελοσπάντων είναι πλήρως αδιάφοροι για το πραγματικό περιεχόμενο της Εκκλησίας, να θεωρούν ότι η Εκκλησία έχει έναν σοβαρό ρόλο να διαδραματίσει ως εθναρχούσα στις σημερινές περιστάσεις. Αναμένουν από την Εκκλησία να πει τον ορθό εθνικό λόγο, αντί να ορθοτομεί τον λόγον της αληθείας. Σε τελευταία ανάλυση, βλέπουν την Εκκλησία ως ένα κόμμα, από το οποίο περιμένουν να αρθρώσει έναν πολιτικό λόγο που να υπερβαίνει τα αδιέξοδα -κατά την άποψή τους- των άλλων πολιτικών κομμάτων....

Μπορεί βέβαια αυτή η στάση εκ μέρους ορισμένων να έχει την ερμηνεία της μέσα από την ιστορία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται υπό τις σημερινές περιστάσεις. Απλούστατα διότι δεν ζούμε στο 1930. Ούτε και μπορεί η στάση που τήρησε η Εκκλησία σε περιστάσεις άλλων εποχών να έχει εφαρμογή στις σημερινές περιστάσεις. Η διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων είναι στα χέρια άξιων ανθρώπων, όλων των πολιτικών αποχρώσεων, τους οποίους ο λαός εμπιστεύεται. Αλλά αν δούμε το ζήτημα και κάπως γενικότερα, ο σημερινός κόσμος δεν είναι αυτό που ήταν στα μέσα του περασμένου αιώνα. Έχει άλλες ανάγκες, άλλους προβληματισμούς. Άλλα αναμένει από την Εκκλησία, και όχι πολιτικές τοποθετήσεις. Οι καιροί που ζούμε προβάλλουν έντονη την ανάγκη για να γίνει ένα ξεκαθάρισμα γύρω από τα θέματα αυτά. Πράγμα που για να γίνει, θα πρέπει πρώτα να δούμε τα λάθη και τα παθήματά μας, και να διδαχθούμε από αυτά.

Ήρθε νομίζω η στιγμή να παραδεχτούμε πως η ταύτιση της Εκκλησίας με την εθνικιστική ή την όποια ιδεολογία ήταν μια από τις κακές στιγμές του αιώνα που μας πέρασε, του εικοστού. Άλλο η αγάπη της πατρίδας και άλλο ο εθνικισμός. Και άλλο είναι το να συμμερίζεται η εκκλησία τις ανησυχίες του κόσμου στηρίζοντάς τον, και άλλο να κάνει πολιτική. Ο ίδιος ο Χριστός, οριοθέτησε με τη στάση Του και τον λόγο Του, τη σχέση της εκκλησίας με την πολιτική σφαίρα αυτού κόσμου : «τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» .

Ο αυτοεγκλεισμός της Εκκλησίας μας κατά το παρελθόν στα στενά πλαίσια μιας ιδεολογίας, είχε ως αποτέλεσμα να αφήσει να περάσουν ανεκμετάλλευτες δύο μεγάλες ευκαιρίες που της πρόσφερε η ιστορία : από τη μια να γίνει ο καταλύτης στην επαφή της κοινωνίας μας με την Δύση· να φιλτράρει δηλαδή μέσα από θεολογικό λόγο τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη, ώστε αυτή η συνάντηση να γινόταν δημιουργικά· από την άλλη, απέτυχε να αξιοποιήσει την ευκαιρία που της δόθηκε από την ιστορία για μια ειρηνική, έμπρακτη συμβίωση με ανθρώπους μιας άλλης θρησκείας, τους Μουσουλμάνους της Κύπρου. Οι οποίοι, σημειωτέον, σε πολλές περιπτώσεις ήσαν εξ ανάγκης Μουσουλμάνοι και όχι εκ πεποιθήσεως.

Και όταν μιλώ για τη σχέση μας με την Ευρώπη, δεν το βλέπω στενά ως θέμα ένταξης ή της μη ένταξης, θέμα ευρωζώνης και λοιπά. Θα πρέπει να δούμε αυτή την σχέση σφαιρικά, μέσα από την ιστορική της προοπτική αλλά και το μέλλον της. Η οποία σχέση είναι ένας διάλογος πολιτισμών με τους ευρωπαϊκούς λαούς, μια αλληλογνωριμία την οποία έχουμε καθήκον -και η Εκκλησία πρωτίστως- να την οδηγήσουμε σε ανθοφορία. Έχουμε πολλά να μάθουμε, να διδαχθούμε, από την Ευρώπη. Και αν εμείς κρατούμε ζωντανή την Ελληνορθόδοξη ταυτότητα και τον πολιτισμό μας, τότε θα μπορέσει και η Ευρώπη να ωφεληθεί από τον ζωντανό θησαυρό της δικής μας παράδοσης. Ανοίγεται λοιπόν μπροστά μας ένα μεγάλο κεφάλαιο που είναι η οικοδόμηση μιας δημιουργικής σχέσης με τους ευρωπαϊκούς λαούς και τον πολιτισμό τους. Μια σχέση που να βασίζεται στον αλληλοπροσφορά και να μην είναι μονόδρομος.

Μπορούμε να έχουμε παρουσία στα ευρωπαϊκά πράγματα όσον αφορά μεγάλα θέματα που απασχολούν τους Ευρωπαίους αυτή τη στιγμή, οι οποίοι μέσα στις αναζητήσεις τους φτάνουν σε πράγματα του δικού μας πολιτισμού : ανακαλύπτουν την μεσογειακή διατροφή που βασίζεται στη νηστεία, την οικοδόμηση πόλεων με κοινοτικό χαρακτήρα -πράγμα που, όπως λεν, συμβάλλει στη θεραπεία της εγκληματικότητας και των ναρκωτικών-, ανακαλύπτουν την ελληνική και γενικότερα ανατολική μουσική, τη νηπτική θεολογία ως θεραπευτική αγωγή του εγώ, την οικολογία και το περιβάλλον, τη διαχείριση της τεχνολογίας και της πληροφορίας.

Όσον δε αφορά το ακανθώδες πρόβλημα της σύγχρονης μας ιστορίας, τη σχέση μας με τους Τουρκοκύπριους, η Εκκλησία έχει τεράστιο ρόλο να επιτελέσει. Θα πρέπει να αποτελέσει ένα καταλύτη συνύπαρξης και ανοχής ώστε να μπορέσουν ξανά οι κάτοικοι της Κύπρου να συνυπάρξουν και να ζήσουν μαζί. Και τούτο ανεξαρτήτως των πολιτικών εξελίξεων. Αν η ιστορία, στη συγκεκριμένη περίπτωση η εισβολή και κατοχή, επιβάλλουν το χωρισμό, η Εκκλησία, ως εκ της φύσεώς της, δεν μπορεί να πρεσβεύει το χωρισμό, την απόσταση. «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ. πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» , λέγει ο Απόστολος των εθνών στην προς Γαλάτας Επιστολή. Η συμβίωση επομένως με τους Τουρκοκυπρίους, η συνύπαρξη, η ανοχή, ο διάλογος, με όλους τους ανθρώπους που ανήκουν σε άλλη φυλή ή άλλη θρησκεία, πρέπει να είναι για την Εκκλησία ένας στόχος, ανεξαρτήτως του ποια πορεία θα πάρουν οι πολιτικές εξελίξεις. Και επαναλαμβάνω αυτά δεν αποτελούν πολιτικές τοποθετήσεις. Αυτή είναι η καινοτομία που έφερε ο Χριστός στον κόσμο.

Θα πρέπει ακόμα η Εκκλησία, με το λόγο της, να υποβοηθήσει το λαό σε μια διαδικασία συλλογικής ψυχολογικής αυτογνωσίας. Να δεχτούμε τα λάθη μας, να τα δούμε κατάματα, και όχι να τα απωθούμε. Να δεχτούμε αυτό που λέγει ο Απόστολος Παύλος : το γεγονός ότι είμαστε κληρονόμοι του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, σε τίποτα δεν μας κάνει ανώτερους ως ανθρώπινα πρόσωπα, αφού όπως χαρακτηριστικά λέγει ο Απόστολος των Εθνών : «εφ' όσον χρόνον ο κληρονόμος νήπιος εστίν, ουδέν διαφέρει δούλου». Για να είμαστε λοιπόν άξιοι του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, θα πρέπει να ενηλικιωθούμε, να αφήσουμε πίσω μας τη νηπιακή κατάσταση. Η Εκκλησία πρέπει να είναι ένας καταλύτης στην συνύπαρξη των θρησκευτικών κοινοτήτων της Κύπρου.

Και δόξα τω Θεώ, τα παραδείγματα, και μάλιστα σύγχρονα, όπου οι Εκκλησία έπαιξε έμπρακτα τέτοιο ρόλο δεν λείπουν. Έχουμε, για παράδειγμα, την Εκκλησία της Αλβανίας. Όπου ένας φωτισμένος Αρχιεπίσκοπος, ο Αναστάσιος, κατάφερε όχι μόνο να αποτρέψει τη θρησκευτική σύγκρουση και τον φανατισμό που ήσαν επί θύραις μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, αλλά με το φιλανθρωπικό του έργο προς όλους, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας, κατάφερε να εδραιώσει την Εκκλησία ως παράγοντα ανοχής και συνύπαρξης των θρησκευτικών κοινοτήτων της χώρας του. Ο Αλβανίας Αναστάσιος, μελετητής του Ισλάμ, έγραψε το πολύ αξιόλογο βιβλίο με το τίτλο «Ισλάμ», το οποίο θα πρέπει κάποτε να λάβει μια θέση και στα προγράμματα της παιδείας μας, να θέλουμε να γνωρίσουμε τον άλλον.

Άλλο φωτεινό παράδειγμα ιεράρχη που υπερέβη τις στρεβλώσεις του εθνοφυλετισμού είναι ο Πατριάρχης Σερβίας Παύλος. Στάθηκε αντίθετος σε κάθε μορφή εθνικιστικής βίας και ήρθε μετά να επουλώσει τις πληγές που προκάλεσαν οι ακρότητες των Ρωμαιοκαθολικών, των Μουσουλμάνων αλλά και των Ορθοδόξων. Έχουμε ακόμα το Πατριαρχείο της Αντιοχείας, ή τις ορθόδοξες επισκοπές του Λιβάνου. Ύψιστο δε παράδειγμα παγκόσμιας εμβέλειας είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Φορέας μιας οικουμενικής πρότασης ζωής ο οποίος διαλέγεται άνετα με τους Δυτικούς και ταυτόχρονα, όταν όλη η δυτική διπλωματία αδυνατεί να διαλεχθεί με το Ιράν, συνομιλεί με τους θρησκευτικούς ηγέτες της Περσίας.

Θα μας χρειαστεί επίσης η εμπειρία των αποδήμων μας, οι οποίοι κατάφεραν να ζουν και να διατηρούν την ταυτότητά τους μέσα σε πολυεθνικές κοινωνίες, να έχουν σχέσεις με τους Τουρκοκύπριους αλλά και με ανθρώπους από άλλες διαφορετικές κουλτούρες και πολιτισμούς, χωρίς αυτό να αποτελεί σημείο τριβής.

Δεν παραγνωρίζω βέβαια το γεγονός ότι αρκετοί συμπολίτες μας διακατέχονται σήμερα από μια ανησυχία, ειδικά μετά την κατάθεση του σχεδίου Ανάν, για το ενδεχόμενο μιας επανεύρεσης των δύο κοινοτήτων. Υπάρχει ένας φόβος ότι θα χάσουμε την ταυτότητά μας. Όμως αν πρόκειται να υπάρξει πραγματική συνύπαρξη, θα πρέπει να είναι μια συνύπαρξη ανθρώπων που έχουν ταυτότητα. Όχι σαν τις επαναπροσεγγίσεις που γίνονται στο Λήδρα Πάλας μεταξύ των αγγλοφώνων των δύο πλευρών. Δεν μπορούν να συνυπάρξουν άνθρωποι με ουδέτερη ταυτότητα. «Την γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική, στις αμμουδιές του Ομήρου» , λέγει ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, και συμπληρώνει «εκεί τα πρώτα δόξα σοι...». Πραγματική συνύπαρξη σημαίνει να μπορούμε να ζούμε μαζί χωρίς να αποτελεί πρόβλημα το ότι εμείς είμαστε Χριστιανοί Έλληνες και οι απέναντι Μουσουλμάνοι Τούρκοι. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή για χάριν της συνύπαρξης αναγκαστεί η μια από τις δύο πλευρές να θυσιάσει την ταυτότητά της, τότε αυτό θα μοιάζει σαν ένας γάμος με το ζόρι. Κι οι γάμοι με το ζόρι, όπως ξέρουμε, δεν αργούν να οδηγηθούν στο διαζύγιο...

Εκτός λοιπόν από την καλλιέργεια ενός κλίματος καταλλαγής και ανεκτικότητας, μέλημα της Εκκλησίας στα χρόνια που έρχονται πρέπει να είναι και η καλλιέργεια της πολιτισμικής μας ταυτότητας, η οποία όπως είπαμε, όταν είναι υγιής όχι μόνο δεν εμποδίζει αλλά ενισχύει τη συνύπαρξη. Μόνον άνθρωποι που ξέρουν ποιοι είναι, που δεν νοιώθουν ανασφάλειες για την ταυτότητα τους μπορούν να συνυπάρξουν ισότιμα με ανθρώπους άλλων πολιτισμών. Έτσι στα επόμενα χρόνια κάθε επίσκοπος, πέρα από το αγιαστικό του έργο, θα πρέπει να είναι και ένα είδος υπουργού πολιτισμού. Πρέπει να καλλιεργήσουμε στα παιδιά μας την ελληνική γλώσσα, την αίσθηση του κάλλους και του μυστηρίου, την γνώση και τη βίωση της πλούσιας πολιτισμικής μας παράδοσης.

Οι παραχωρήσεις που έχουμε κάνει μέχρι τώρα είναι οδυνηρές. Εξ ου και οι οδύνες, και η αμηχανία. Παρ' όλ' αυτά, αισθάνομαι ότι κάτι γεννιέται στην Κύπρο αυτή τη στιγμή. Και για να μεγαλώσει έχει την ανάγκη όλων μας. Για πρώτη φορά, η ευθύνη για να μεγαλώσει ανήκει στους απλούς ανθρώπους, στους τοπικούς παράγοντες, στους ιερείς των κοινοτήτων, στους δασκάλους.

Ο Θεός μου έδωσε τη χάρη να είμαι Επίσκοπος μιας ημικατεχόμενης Μητρόπολης, η οποία πιθανόν να κληθεί να ζήσει τη συνύπαρξη τα επόμενα χρόνια. Αυτό που θέλω και επιθυμώ, είναι οι κάτοικοι της νήσου μας, να ζήσουν την πραγματικότητα αυτού του τόπου : τους τόπους, τα πράγματα και τα πρόσωπα της Κύπρου. Γι' αυτό και το μέλλον εξαρτάται από όλους, αλλά και από τον καθένα από εμάς προσωπικά.

Όποιες και να είναι οι περιστάσεις η Εκκλησία, θα πρέπει να εξακολουθήσει να βρίσκεται στο πλευρό του λαού, σηκώνοντας την ευθύνη που της αναλογεί, στηρίζοντας, εμψυχώνοντας και παρηγορώντας τον λαό του Θεού. Θα συνεχίσει, όπως και σ' όλη την ιστορική μας πορεία, να είναι η κιβωτός της ταυτότητας και της ψυχής του λαού.

Ευχόμαστε δε, στον Θεό που κρατάει το μέλλον στα χέρια Του, να έχει ο πολύπαθος αυτός τόπος ένα μέλλον βασισμένο στο σεβασμό του ανθρωπίνου προσώπου, ένα μέλλον όπως το θέλει ο Θεός, ειρηνικό, μακριά από μισαλλοδοξία και φανατισμό. Ένα μέλλον αντάξιο της ιερότητας του ανθρώπου.

*Ομιλία σε εκδήλωση του ΟΠΕΚ "Η Παιδεία της Ανοχής και της Συνύπαρξης"  -11 Δεκεμβρίου 2002-