Αναζήτηση

Ομιλίες

Αντιμήνσιο Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου
Αρχική Μητροπολίτης Ομιλίες Από την παγκοσμιοποίηση στην οικουμένη
Από την παγκοσμιοποίηση στην οικουμένη PDF Εκτύπωση E-mail
Τρίτη, 21 Ιούνιος 2011 10:56

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου*

Το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, όπως επεκράτησε να λέγεται, έχει μελετηθεί και σχολιαστεί από διάφορες πλευρές του, όπως η οικονομική, η τεχνολογική, η κοινωνική. Αν προσπαθήσουμε να δούμε την παγκοσμιοποίηση από τη σκοπιά του πολιτισμού, η πρώτη μας σκέψη θα είναι ίσως να εξετάσουμε τις διάφορες μορφές μέσα από τις οποίες παράγεται και κυρίως εκφράζεται η σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία: η φιλοσοφία, η μουσική, το σινεμά, κλπ.

Ωστόσο, επειδή δεν μιλώ ως ειδικός επί των πολιτιστικών μορφών, θα χρησιμοποιήσω τον όρο "πολιτισμός" με μια ευρύτερη έννοια. Η οποία πάει πέρα, ή μάλλον περιλαμβάνει, την πολιτιστική και καλλιτεχνική δημιουργία. Με τον όρο "πολιτισμός", λοιπόν, εννοώ το συνολικό όραμα το οποίο αναλαμβάνει να ενσαρκώσει μια κοινωνία.

Μ' άλλα λόγια, δεν θα σχολιάσω τον πολιτισμό ως μία ακόμα πτυχή της παγκοσμιοποίησης. Αλλά την παγκοσμιοποίηση ως πολιτισμό. Δηλαδή, ως ένα σύνολο επιλογών του σύγχρονου ανθρώπου, ένα σύνολο τρόπων για να βιώσει την εγκοσμιότητά του. Υπ' αυτή την έννοια, ο πολιτισμός είναι μια συνολική εικόνα του κόσμου, του ανθρώπου και του Θεού.

Επομένως, τα ερωτήματα που θα προσπαθήσω να θίξω σχετίζονται μάλλον με τα αρχέτυπα που καθοδηγούν τον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο, με τις γενικές κατευθύνσεις που αφήνει να διαφανούν μέσα από τις ποικίλες εκδηλώσεις του. Κατευθύνσεις που καθορίζονται, εντέλει, από τις επιλογές του σύγχρονου ανθρώπου. Και στο βαθμό που εμείς εδώ, σ' αυτή τη μικρή γωνιά του κόσμου, μεγαλώσαμε μέσα στο πνεύμα μιας συγκεκριμένης παράδοσης, (η οποία επίσης εμπεριέχει μιαν αντίληψη για τον άνθρωπο, τον κόσμο και τον Θεό), θα προσπαθήσω να δω όλ' αυτά τα ερωτήματα από τη σκοπιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Φυσικά, ο σύγχρονος κόσμος είναι πολύπλοκος. Και τα όποια συμπεράσματα ή γενικεύσεις επιχειρούμε, συναντούν εξαιρέσεις και αποχρώσεις, ή οδηγούν τις απορίες και τα ερωτήματά μας, ακόμα πιο βαθειά. Ωστόσο, πιστεύω, ότι μερικά σημεία αρχίζουν πλέον να αποκρυσταλλώνονται και να διαμορφώνονται σε τάσεις. Τάσεις που, αφήνουν να διαφανεί έστω και σε γενικές γραμμές, το πρόσωπο του σύγχρονου κόσμου.

Εάν λοιπόν ο 19ος αιώνας σήμανε μιαν αποφασιστική μετάβαση από την παραδοσιακή κοινότητα και τις φεουδαρχικές δομές στο έθνος-κράτος, ο 21ος αιώνας φαίνεται να οδηγεί σε μια εξίσου βαθειά και καταλυτική μετάβαση. Το έθνος-κράτος ως ιδεολογία αλλά και ως πραγματικότητα, φαίνεται να υποχωρεί, μπροστά στα δεδομένα της ίδιας της πραγματικότητας. Για παράδειγμα : υπάρχουν σήμερα πολυεθνικές εταιρείες που έχουν μεγαλύτερο οικονομικό εκτόπισμα από πολλά κράτη μαζί. Αυτές ελέγχουν τους φυσικούς πόρους, την τεχνολογία, την πληροφορία. Οι αποφάσεις τους έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτές των κρατών. Το κεφάλαιο γίνεται πολυεθνικό.

Παράλληλα, μορφοποιούνται υπερεθνικοί σχηματισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και αναζητούνται ιδεολογίες οι οποίες να υπερβαίνουν τις παλιές εθνικές διχοτομήσεις και να σκοπεύουν σε μια υπερεθνική ενότητα. Η οικονομία της ελεύθερης αγοράς καθίσταται αξία κοινά αποδεκτή και πιο συγκεκριμένα το δόγμα του νεοφιλελευθερισμού στις διάφορες του αποχρώσεις. Το ίδιο και η έννοια της αστικής δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή ατομικών ελευθεριών. Ανεξαρτήτως του αν εφαρμόζονται ή όχι, οι αξίες αυτές φαίνεται να αποτελούν σήμερα έναν στόχο αποδεκτό από τις πλείστες κοινωνίες του πλανήτη.

Και φυσικά, ο κύριος μοχλός της παγκοσμιοποίησης είναι σίγουρα η τεχνολογική έκρηξη των τελευταίων ετών -για την οποία λέχθηκαν πολλά- με αιχμή του δόρατος την ανάπτυξη της πληροφορικής. Εύστοχα επισημάνθηκε ότι η τεχνολογία σήμερα έχει αλλάξει ριζικά την παραδοσιακή σχέση του ανθρώπου με το χώρο, αλλά και με τον χρόνο. Ο χώρος του πλανήτη αποκτά άλλες διαστάσεις, γίνεται όπως λένε μερικοί ένα "παγκόσμιο χωριό", όπου όλα είναι ορατά "σε ζωντανή σύνδεση". Παράλληλα δημιουργείται μια πραγματικότητα στο διαδίκτυο, οικονομική αλλά και κοινωνική, η οποία δεν εντοπίζεται σε συγκεκριμένο χώρο. Είναι βατή σε όλους ενώ δεν υπάρχει πουθενά.

Όλα αυτά είναι εντυπωσιακά, σε βαθμό που δεν προλαβαίνουμε να τα αφομοιώσουμε. Ωστόσο, επειδή μιλούμε για πολιτισμό, δηλαδή για βαθύτερες ανθρώπινες επιλογές, αν δούμε τα φαινόμενα αυτά σε μια πιο γενική οπτική, θα διαπιστώσουμε ότι η παγκοσμιοποίηση στην ουσία δεν είναι οικοδόμηση ενός καινούριου πολιτισμού. Πρόκειται μάλλον για επέκταση και γενίκευση ενός υφιστάμενου πολιτισμού, για κατίσχυσή του σε πλανητική κλίμακα. Ο πολιτισμός που σήμερα παγκοσμιοποιείται είναι ο πολιτισμός που γεννήθηκε στον παλαιό κόσμο, στη δυτική Ευρώπη, από τον 18ο αιώνα και μετά, και ανδρώθηκε στο Νέο Κόσμο, στην Αμερική. Πρόκειται, ουσιαστικά, γι' αυτό που ονομάζουμε "δυτικό πολιτισμό". Οι αξίες και οι λογικές της "παγκοσμιοποίησης", παραπέμπουν στο πολιτισμικό υπόβαθρο που εμπεδώθηκε στην Ευρώπη με την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό και τη Μεταρρύθμιση.

Για παράδειγμα : η αναγωγή της επιστήμης και της τεχνολογίας σήμερα σε αυτοαξία, η υπερτροφία του οικονομισμού, η αγχώδης προσπάθεια καθυπόταξης του φυσικού κόσμου μέχρι τις πιο μύχιες λεπτομέρειες (βλέπε κλωνοποίηση, κλπ), όλα αυτά αποτελούν ουσιαστικά προεκτάσεις του πνεύματος που ξεκινά από την Ευρώπη του 18ου αιώνα. Προεκτάσεις του ορθολογισμού, της πίστης στην λογική κατανόηση και εκμετάλλευση του κόσμου, της πίστης ότι ο άνθρωπος αποτελεί κριτήριο των πάντων και ότι ο αισθητός κόσμος είναι το απόλυτό του όριο.

Όσο για την τεχνολογία, παρόλο που θέλει να λέγεται νέα, παραπέμπει σε μια πίστη του δυτικού πολιτισμού προς αυτήν -διότι πρόκειται πράγματι για πίστη- η οποία δεν είναι καθόλου νέα. Η σημερινή τεχνολογία είναι η φυσική εξέλιξη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής αντίληψης που βλέπει την επιστήμη γενικά ως αυτοαξία. Ενώ όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες διέθεταν τεχνολογία, ακόμα και οι πιο πρωτόγονες, μόνο στον δυτικό πολιτισμό δόθηκε αυτή η βαρύτητα στην τεχνολογία. Με αποτέλεσμα να θεωρείται σήμερα η τεχνολογία περίπου σαν η μήτρα των αξιών, το κριτήριο που κρίνει κοινωνίες σε ανεπτυγμένες και υπανάπτυκτες. Οπόταν θεωρείται και φυσικό ότι δεν είναι υπόχρεη να δίνει λόγο, ούτε να υπακούει σε άλλες προτεραιότητες έξω από τον εαυτό της, όπως για παράδειγμα στα ανθρώπινα δικαιώματα ή στο σεβασμό της φύσης. Εξ ου και βλέπουμε να καθιερώνονται φαινόμενα ολοκληρωτισμού ή παραβίασης της ελευθερίας του προσώπου, μόνο και μόνο επειδή τα καθιστά δυνατά η νέα τεχνολογία.

Φαίνεται, όμως, πως αυτή η εμμονή στην ατομικότητα και στη λατρεία του κόσμου, αυτή η αγωνία να εξοβελιστεί κάθε έννοια ιερού και υπέρβασης, αρχίζουν να οδηγούν σε παράξενες εξελίξεις. Την ίδια στιγμή που ο σύγχρονος κόσμος έχει αντικαταστήσει την πρωινή προσευχή με την πρωινή ανάγνωση των εφημερίδων παρατηρείται μια δυναμική επιστροφή των θρησκειών. Το "θρησκευτικό" επιστρέφει στον αποϊερωμένο κόσμο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, στα μυαλά, το φαντασιακό και τις πρακτικές των ανθρώπων. Ήδη ο νέος μας αιώνας έφερε μια αναζωπύρωση των διαφόρων φονταμενταλισμών (του ισλαμικού, του εβραϊκού αλλά και του ινδουιστικού). Η οποία ερμηνεύεται από πολλούς ως αντίδραση στη μονοκρατορία των δυτικών αξιών και του δυτικού κοινωνικού μοντέλου.

Εκτός, όμως, από τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, καταγράφεται σε παγκόσμια κλίμακα -και κυρίως μέσα στις πιο προηγμένες κοινωνίες- ένα έντονο ενδιαφέρον για το χώρο του αλογικισμού, του υπέρ-ορθολογισμού, της υπερβατικότητας. Παρατηρείται δηλαδή αναζήτηση ενός μεταϋλικού πολιτισμού, ενός πλαισίου αξιών το οποίο να μπορεί να δώσει νόημα στον κόσμο και να πηγαίνει πέρα από τα αδιέξοδα της σύγχρονης καθημερινότητας. Βλέπουμε λοιπόν μια θριαμβευτική είσοδο στη σκηνή του εικοστού πρώτου αιώνα των θρησκειών και παραθρησκειών, των υπερβατικών διαλογισμών, (μερικές φορές και θρησκειών χωρίς Θεό, όπως η σαϊεντολογία), αλλά ακόμα και της ίδιας της μαγείας.

Μια ματιά στη σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή είναι ενδεικτική : αναδύεται δυναμικά ένας κόσμος μαγείας, δεισιδαιμονίας, σατανισμού. Είναι ο κόσμος του Χάρυ Πότερ, των Πόκεμον, των Ντίτζιμον, των δήθεν καλών και κακών μαγισσών, κλπ, κλπ. Στα μέσα του περασμένου αιώνα, όταν ακόμα μεσουρανούσε ο ορθολογιστική αισιοδοξία, όλ' αυτά θα φάνταζαν ως παρωχημένα μεσαιωνικά κατάλοιπα. Οι επαναστάτες και οι διανοούμενοι της δεκαετίας του '60 (του εικοστού αιώνα εννοείται), θα έφριτταν μπροστά σ' όλα αυτά, τα "απολίτικα" και "ανιστόρητα" πράγματα όπως θα τα χαρακτήριζαν. Σήμερα, όμως, όλ' αυτά, αποτελούν την κορυφή του κύματος της προόδου. Είναι η τελευταία λέξη της μόδας.

Παράλληλα με όλ' αυτά, η πολιτική χάνει πλέον την αίγλη της και εκπίπτει σε μια διαχειριστική υπόθεση, πληκτική μάλλον για τους πολλούς. Το μεγάλο ποσοστό αποχής στις πρόσφατες γαλλικές εκλογές -σε μια κοινωνία που παραδοσιακά διατηρούσε ψηλό ενδιαφέρον για την πολιτική- είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα. Το επάγγελμα του πολιτικού, διέρχεται κρίση αξιοπιστίας. Αντίθετα, παρατηρούνται φαινόμενα υστερικής λατρείας των σταρ της μουσικής και του θεάματος, φαινόμενα τυφλής υπακοής στα μέντιουμ και τις καφετζούδες, στους γκουρού και στους "γέροντες". Έτσι φαίνεται να επιβεβαιώνεται ο Αντρέ Μαλρώ που θεωρούσε πως ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας της θρησκείας.

Η στροφή αυτή προς τις κάθε λογής "πνευματικότητες" και τις θρησκείες χωρίς Θεό, είχε προβλεφθεί με μεγάλη ενάργεια από έναν Ρώσο φιλόσοφο τον Νικολάΐ Μπερντιάγιεφ, στις αρχές του περασμένου αιώνα. Ο οποίος είχε μιλήσει από τότε για την ολοκλήρωση του κύκλου των Νέων Χρόνων και την εισδοχή στον κύκλο ενός νέου "Νέο Μεσαίωνα". Έλεγε ο Μπερντιάγιεφ, το 1927 : "Η διάλυση του ουδέτερου κοσμικο-ουμανιστικού βασιλείου, η αποκάλυψη στοιχείων καθ' όλα εκ διαμέτρου αντίθετων μεταξύ τους, σημαίνει το τέλος της άθρησκης εποχής των Νέων Χρόνων και την αρχή της θρησκευτικής εποχής ενός Νέου Μεσαίωνα".

Θα έπρεπε να χαιρόμαστε που επαληθεύεται ο λόγος του Μαλρώ, ή του Μπερντιάγιεφ; Εγώ, προσωπικά, δεν μπορώ να πω ότι χαίρομαι. Γιατί, ως Ορθόδοξος, νοιώθω μια φυσική αντιπάθεια προς κάθε μορφή "θρησκείας", κυρίως όταν εννοείται ως απόδραση από την ιστορία προς ένα νεφελώδες "επέκεινα". Γιατί, τελικά, αυτή η απόδραση αποτελεί τον κοινό παρονομαστή όλων αυτών των εσπευσμένων επιστροφών στη θρησκεία. Και για να μη θεωρηθεί ότι μιλώ σοβινιστικά, η παρατήρηση αυτή θα έλεγα ότι ισχύει σε αρκετές περιπτώσεις και για την "επιστροφή στην Ορθοδοξία" που παρατηρείται στο δικό μας χώρο, αλλά και σε άλλες ορθόδοξες χώρες, όταν αυτή εννοείται ως ευσεβισμός της φυγής, ή ως ένας ευσεβιστικός ρομαντισμός που παρακάμπτει την ιστορία και την πραγματικότητα.

Αφού, λοιπόν, ο 19ος και ο 20ος αιώνας λάτρεψαν και θεοποίησαν την ιστορία, -είτε με τον Χέγκελ και τον Μαρξ είτε με τις ανατροπές, τις επαναστάσεις, τα "παιδιά των λουλουδιών", τον αφελή διεθνισμό που δεν είχε που την κεφαλήν κλίναι-, αφού ο δυτικός πολιτισμός, ξεκινώντας από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, έθεσε ως τελικό όριο του ανθρώπου τον κόσμο και την ιστορία, έρχεται τώρα να αναζητά μια φυγή από την ιστορία. Φυγή προς τα πού, όμως; Στο Θιβέτ, στον Βούδα; Έτσι, σιγά, σιγά, διαμορφώνεται στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό ένα νέο αδιέξοδο δίλημμα : από τη μια ο καταναλωτισμός, ο νεοφιλελευθερισμός, η απολυταρχική τεχνολογία. Από την άλλη, η φυγή από την ιστορία με την αναζήτηση υπερβατικών λύσεων στους φονταμενταλισμούς, στο Θιβέτ, στους υπερβατικούς διαλογισμούς, ή ακόμα και στη μαγεία.

Οι παρατηρήσεις αυτές μας φέρνουν φυσιολογικά στη σχέση της δικής μας ορθόδοξης παράδοσης, με τον πολιτισμό. Μια σχέση που τις περισσότερες φορές παρεξηγείται, όχι μόνο από τους μη-ορθοδόξους, αλλά και από εμάς τους ίδιους. Κι αυτό, διότι το περιεχόμενό της δύσκολα συμβιβάζεται με το απλοποιητικό πνεύμα του σύγχρονου κόσμου. Η αλήθεια είναι λεπτή και δύσκολη. Και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει ψηφιακή.

Ο Χριστιανισμός, λοιπόν, δεν γεννήθηκε για τον πολιτισμό. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μπορεί και να αποφύγει το να γεννά πολιτισμό, αφού όπως είπαμε ο πολιτισμός είναι μια ολιστική εικόνα του Θεού, του ανθρώπου και του κόσμου. Όταν ο Χριστιανισμός αποσπάται από τον πολιτισμό, μένει άσαρκος, γίνεται δηλαδή θρησκεία, ένα σύνολο τύπων που παρέχουν ατομική εξασφάλιση με μεταφυσικές προεκτάσεις. Ο Χριστός όμως δεν ήρθε για να ιδρύσει μια ακόμα θρησκεία. Ήρθε να καταλύσει τις θρησκείες, τις διχοτομήσεις του κόσμου σε ιερό και ανίερο, σε καθαρό και ακάθαρτο. Όταν λοιπόν ο Χριστιανισμός γίνεται θρησκεία, τότε προδίδει τον εαυτό του, παύει να είναι ζωή.

Από την άλλη, όμως, όταν ο Χριστιανισμός υποκύπτει, υπάγεται στον πολιτισμό, προδίδει και πάλι τον εαυτό του. Καταντά και αυτός ένα από τα πολλά κοινωνικά κινήματα, γίνεται ακτιβισμός που έχει σαν μόνο του στόχο την βελτίωση αυτού του κόσμου. Ας πάρουμε ως παράδειγμα την περιβόητη θεολογία της Απελευθέρωσης στη Νικαράγουα και τη Βραζιλία, το πεντηκοστιανό κίνημα στους Τσιάπας του Μεξικού, ή ακόμα και τον ιρλανδικό καθολικισμό.

Έτσι, ακούμε από τη μια μερικούς να υποστηρίζουν πως μόνο μέσα στην ιστορία, μόνο υπηρετώντας την ιστορία και το νόημά της, μπορεί ο άνθρωπος να βρει νόημα στη δική του ζωή. Ταυτόχρονα ακούμε άλλους να απαντούν, με το ίδιο πάθος, πως μόνον αν ελευθερωθεί ο άνθρωπος από την ιστορία μπορεί να βρει αυτό το νόημα. Δυστυχώς, και εμείς οι Ορθόδοξοι έχουμε αποδεχθεί αυτό το δίλημμα, έχουμε υποκύψει σ' αυτό.

Κι αυτό είναι λυπηρό. Γιατί, όπως ξέρουμε από τη δική μας παράδοση, την Ορθόδοξη, ο Χριστός αναιρεί αυτή την επιλογή, καταστρέφει το δίλημμα. Για έναν Ορθόδοξο, το κέντρο του πολιτισμού δεν είναι ούτε το ενθάδε, ούτε το επέκεινα. Αλλά η Ανάσταση του Χριστού. Αυτό είναι το κέντρο του δικού μας πολιτισμού : το γεγονός της αναίρεσης του θανάτου, όχι προς όφελος του Θεού, αλλά για να ζήσει ο άνθρωπος.

Επομένως, για έναν Ορθόδοξο δεν τίθεται θέμα επιλογής μεταξύ ιστορίας και μεταφυσικής. Αλλά μεταξύ ζωής και θανάτου. Μας το λέει χαρακτηριστικά το Ευαγγέλιο, στην παραβολή του ασώτου. Όταν ο ανήσυχος εκείνος γιος που επιστρέφει στον Πατέρα εξουθενωμένος από τις περιπλανήσεις του -και σ' αυτό μοιάζει καταπληκτικά με πολλούς από εμάς- το Ευαγγέλιο δεν λέει ότι "ήταν κακός και τώρα έγινε καλός". Ούτε λέει ότι ήταν άθρησκος ενώ τώρα έγινε θρήσκος. Αλλά λέει : "νεκρός ην και ανέστη". Ήταν νεκρός και τώρα ξαναήρθε στη ζωή. Είναι μεγάλη η διαφορά...

Το κέντρο λοιπόν του πολιτισμού για έναν Ορθόδοξο, είναι το γεγονός της Αναστάσεως. Γι' αυτόν ακριβώς το σκοπό ο Θεός περιεβλήθη ανθρώπινο σχήμα, σαρκώθηκε. Και η Σάρκωση αυτή, προσέλαβε ολόκληρο τον κόσμο, για να τον οδηγήσει στην προοπτική της Ανάστασης. Ο Χριστός δεν προσέλαβε κάτι θεωρητικό και αφηρημένο αλλά την ανθρώπινη σάρκα. Δηλαδή, όλη την ανθρώπινη κατάσταση, τον πολιτισμό, την αισθητική, την τεχνολογία, τις σχέσεις των ανθρώπων, όλη την ιστορία, και τους άνοιξε την προοπτική της Αναστάσεως. Η ιστορία λοιπόν, ο πολιτισμός, αποκτά από εκείνη την συγκεκριμένη μέρα της Ανάστασης έναν άλλο προσανατολισμό.

Όμως, θα αναρωτηθεί κάποιος : μα καλά, πού υπάρχει σήμερα κάποια κοινωνία που να ενσαρκώνει έναν τέτοιο πολιτισμό; Η απάντηση είναι αρνητική, συμφωνούμε όλοι σ' αυτό. Και έτσι πρέπει να είναι! Διότι και ο ίδιος ο Χριστός, κατά την επίγεια παρουσία Του, ποτέ δεν προσπάθησε να αποκόψει τον εαυτό Του και τους μαθητές του από την κοινωνία στην οποία ζούσαν, από τον συγκεκριμένο πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα της εποχής τους. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μια κλειστή κοινότητα σαν τις σύγχρονες σέκτες. Όταν μιλούμε, λοιπόν, για έναν πολιτισμό της Αναστάσεως, δεν εννοούμε έναν παράλληλο πολιτισμό. Ούτε υπάρχει κάποιου είδους οριοθέτηση μεταξύ αυτών που ανήκουν σ' έναν τέτοιο πολιτισμό και εκείνων που δεν ανήκουν. Αλλά για ένα ανα-προσανατολισμό, της σύγχρονης πραγματικότητας.

Στην πραγματικότητα, η θέση της Εκκλησίας στον κόσμο, ζούμε μια ιδιόμορφη διασπορά μέσα στην ίδια μας την πατρίδα. Ενώ μιλούμε όλοι την ίδια γλώσσα, κατέχουμε το ίδιο διαβατήριο, άλλοι κρατούν τον πολιτισμό της Αναστάσεως και άλλοι τον αντίθετό του. Κι δεδομένου ότι η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ τόσο σχηματική, οι πλείστοι κρατούν πότε τον ένα και πότε τον άλλο ή και τους δύο μαζί, φτιάχνοντας ο καθένας το δικό του προσωπικό κράμα. Δηλαδή "Πότε Βούδας, πότε Κούδας, πότε Ιησούς κι Ιούδας...." όπως λέει κι ένα σύγχρονο λαϊκό άσμα του Νίκου Παπάζογλου. Δυστυχώς, τείνουμε πολύ συχνά να ξεχνούμε αυτή την αλήθεια. Γι' αυτό και συνήθως διατελούμε σε κατάσταση σύγχυσης. Τα περισσότερα από τα προβλήματά μας πηγάζουν από το ότι κι εμείς -οι οποίοι κανονικά θα έπρεπε να θυμόμαστε- ξεχνούμε εντελώς την Καλήν Αγγελία, και επιστρέφουμε στο παλιό δίλημμα, διαλέγοντας πότε τον κόσμο, πότε έναν φανταστικό ουρανό. Έτσι βλέπουμε και τη δική μας Εκκλησία να μαστίζεται αφ' ενός από ένα ισχυρό ρεύμα εκκοσμίκευσης και αφ' ετέρου από μια τάση απόδρασης από τον σύγχρονο κόσμο.

Μια ισχυρή όψη αυτής της εκκοσμίκευσης είναι και γνωστός μας εθνοφυλετισμός στον οποίον δυστυχώς υποκύπτει συχνά η Εκκλησία μας. Για πολλούς σημερινούς Έλληνες Ορθοδόξους, μη εξαιρουμένων και των νεορθοδόξων, η Ορθοδοξία είναι απλώς το τελετουργικό αλατοπίπερο του εθνικισμού. Είναι ένα επιπλέον στοιχείο που ενισχύει τη μεγαλοσύνη του έθνους μας. Αν κρύψεις για μια στιγμή το έθνος και τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, τότε δεν μπορούν να δουν τίποτε άλλο. Από τη στιγμή που η Εκκλησία διαχωρίζεται από έθνος και το κράτος τότε μένει κενή νοήματος. Δεν τους αφορά. Κατά τον ίδιο τρόπο αν αφαιρέσεις από μερικούς Σέρβους τη "μεγάλη Σερβία", ή από μερικούς Ρώσους την Μόσχα ως τρίτη Ρώμη, τότε πιθανότατα να μην δηλώνουν καν Χριστιανοί. Έτσι η Εκκλησία εννοείται ως εξάρτημα του εθνοφυλετισμού και ο κάθε ένας από τους ορθοδόξους λαούς πορεύεται κατά μόνας μέσα στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, θεωρώντας τον εαυτό του "περιούσιο λαό". Περιούσιο όχι γιατί πιστεύει στον Χριστό. Αλλά επειδή κατάγεται από τους Έλληνες, από τους Σέρβους, από τους Ρώσους, κ.ο.κ.

Μια άλλη, ακόμα πιο επικίνδυνη, όψη της εκκοσμίκευσης, της οποίας έχουμε έντονη πείρα, δυστυχώς, εδώ στην Κύπρο, είναι η σχέση της Εκκλησίας με τα χρήματα. Μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη σύσταση του κράτους, ο εθναρχικός ρόλος της Εκκλησίας άρχισε φυσιολογικά να μειώνεται. Παράλληλα, άρχισε να καλλιεργείται στην Εκκλησία ένας νέος ακτιβισμός, οικονομικός αυτή τη φορά. Έτσι βλέπουμε την Εκκλησία να γίνεται επιχειρηματίας. Να δίνει προς τα έξω την εντύπωση ότι επιδιώκει μάλλον τον πολιτισμό του χρυσού παρά του Χριστού. Μητροπόλεις και Μονές πρωτοστατούν σε μια κούρσα αλόγιστης ανάπτυξης, σ' ένα χορό εκατομμυρίων, όπως λένε κι οι εφημερίδες. Η σχέση της κυπριακής Εκκλησίας με το χρήμα, είναι σήμερα η υπ' αριθμόν ένα απειλή που έχει να αντιμετωπίσει. Και αν η Εκκλησία δεν καταφέρει να αλλάξει την στάση της απέναντι στο χρήμα, φοβούμαι ότι σταδιακά θα χάσει κάθε δικαίωμα να είναι παρούσα στην καρδιά των σύγχρονων ανθρώπων.

Πέρα όμως, από την εκκοσμίκευση, μας ταλανίζει και μια τάση αμυντικής αυτο-περιχαράκωσης. Έχουμε, μια μόνιμη φοβία απέναντι σε οτιδήποτε προέρχεται από τον σύγχρονο κόσμο. Η οποία συνδυάζεται με μια έντονη προσκόλληση μας στο παρελθόν. Συναντούμε συχνά ένα βυζαντινοπρεπή ρομαντισμό, μια αρρωστημένη συναισθηματική σχέση με κοινωνικές μορφές του παρελθόντος (και μ' αυτό, προς Θεού, δεν μειώνω τη σπουδαιότητα του βυζαντινού πολιτισμού). Βλέπουμε διάφορες φοβίες, καχυποψίες. Φόβος της τεχνολογίας, φόβος της Ευρώπης, φόβος της αλλαγής. Νομίζουμε ότι οι πάντες καραδοκούν να μας καταβροχθίσουν, γιατί είμαστε καθαροί και άμεμπτοι.

Οπόταν, μπροστά σε τόσους κινδύνους, κλείνουμε τα μάτια και τ' αυτιά και καταφεύγουμε στις φαντασιώσεις. Βρίσκουμε έναν "γέροντα", δημιουργούμε έναν κύκλο "μυημένων", "ευσεβών", περνούμε τις διακοπές μας κάθε χρόνο στο Άγιον Όρος...

Τα τελευταία χρόνια, είδαμε να εντείνονται στον τόπο μας, δυστυχώς, τα φαινόμενα αυτού του είδους. Τα οποία μερικοί ονόμασαν "αναβίωση της Ορθοδοξίας" ή "ανανέωση της Εκκλησίας", γιατί αποτελούν λέει αντίσταση στην εκκοσμίκευση. Ξεφύτρωσαν από παντού "γέροντες" και καθοδηγητές, φτιάχτηκαν γκέτο με οπαδούς, άρχισε να γενικεύεται μια γραφικότητα, που στην ουσία είναι ένα καταφύγιο για αποφυγή, όχι της εκκοσμίκευσης, όπως λεν, αλλά του σύγχρονου κόσμου. Αυτή όμως η απέχθεια για τον σύγχρονο κόσμο, οδηγεί σιγά σιγά την Εκκλησία μας να χάνει την επαφή της με τα σύγχρονα ρεύματα της σκέψης και της τέχνης, με τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου. Και την ανεπάρκεια αυτή, έρχονται να την αναπληρώσουν τα πολιτισμικά υποπροϊόντα κάθε λογής.

Όλα όσα ανέφερα, στοιχειοθετούν όντως μια κρίση ταυτότητας την οποίαν διέρχεται η Εκκλησία μας. Και κατά τη γνώμη μου η κρίση αυτή δεν είναι άσχετη με τον καλπάζοντα πολιτισμό της παγκοσμιοποίησης που μας περιβάλλει. Η παγκοσμιοποίηση αποτελεί μια ισχυρή πρόκληση η οποία αναπόφευκτα θέτει σε δοκιμασία τις δεσμεύσεις μας, ή για να το πω σε εκκλησιαστική γλώσσα την πίστη μας. Αν, όπως είχε προβλέψει ο Μπερντιάγεφ, έφτασε η εποχή όπου θα γίνουν ξεκάθαρες αντιπαραθέσεις πνευμάτων, τότε αυτή η κρίση που διερχόμαστε ως Εκκλησία και ως κοινωνία, έχει και τη θετική της πλευρά. Είναι κλονισμός της αυτάρκειας και της έπαρσής μας. Είναι ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον εαυτό μας. Είναι αρχή για ένα ξεκαθάρισμα του λόγου της Εκκλησίας μας.

Αν ο πολιτισμός μας είναι πολιτισμός Αναστάσεως, τότε θα είμαστε σε θέση να αφομοιώσουμε την παγκοσμιοποίηση, να την προσλάβουμε, να τη βιώσουμε ως πορεία προς τον στόχο μας. Θα μπορούμε να βρούμε ένα νόημα και να δούμε μέσα από την παγκοσμιοποίηση την οικουμενικότητα. Αν όμως ο πολιτισμός μας είναι πολιτισμός του έθνους, ή του χρήματος, ή έστω της ευσέβειάς μας, τότε αμφιβάλλω αν θάχουμε τίποτα για το οποίο να μπορούμε να μιλήσουμε σε λίγα χρόνια.

Η Εκκλησία δεν φοβάται τον κόσμο, αφού η λόγος ύπαρξής της είναι η πρόσληψη του κόσμου. Ας το προσέξουμε αυτό : σκοπός της δεν είναι η δημιουργία ενός παράλληλου πολιτισμού που θα ήταν τάχα χριστιανικός, αλλά η πρόσληψη του πολιτισμού, ο εμβολιασμός του με αναστάσιμο νόημα, ώστε να μεταμορφωθεί σε πολιτισμό Αναστάσεως. Επομένως θα ήταν λάθος να απορρίπτουμε αδιακρίτως όλο τον σύγχρονο πολιτισμό, θα ήταν λάθος να βλέπουμε μόνο τις αρνητικές πλευρές της παγκοσμιοποίησης και να αναλωνόμαστε στην καταγγελία τους. Θα ήταν επίσης λάθος να ονειρευόμαστε έναν δήθεν χριστιανικό πολιτισμό.

Η εκκοσμικευμένη κοινωνία είναι ο γνώριμος, ο οικείος μας χώρος. Η παγκοσμιοποίηση είναι ο αέρας που αναπνέουμε καθημερινά. Δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε από άλλα δεδομένα. Η προσπάθειά της Εκκλησίας πρέπει να κατατείνει σε έναν ανα-προσανατολισμό αυτής της πραγματικότητας. Όχι σε συγχρωτισμό μαζί της, ούτε και σε υστερική άρνησή της. Και αν πάρουμε την έννοια του ανα-προσανατολισμού κατά κυριολεξίαν, η δική μας μαρτυρία είναι να συμβάλουμε ώστε ο δυτικός πολιτισμός, που σήμερα παγκοσμιοποιείται, να ξαναβρεί την εσώτερη ανατολή του.

Η παγκοσμιοποίηση, είναι ένα αναγκαίο πέρασμα, στη διάρκεια του οποίου θα καταρρεύσουν πολλές ψευδαισθήσεις, πολλά ιδεολογήματα, πολλές ψευδο-ευσέβειες. Είναι μια περίοδος πνευματικά γόνιμη. Διότι σπρώχνοντας τα πράγματα στα άκρα, καταδεικνύει τη γύμνια του εθνικισμού, του κομμουνισμού, ακόμα και της θρησκείας. Αυτή η απογύμνωση οδηγεί σε μια πιο καθαρή θέα της πραγματικότητας. Κάνει να φαίνεται καθαρά το μηδέν, το κενό ενός πολιτισμού χωρίς Χριστό.

Σ' αυτό λοιπόν το σημείο έρχεται η ώρα της Εκκλησίας να πει το λόγο της. Σε μια κατάσταση υλικού κορεσμού και απουσίας νοήματος όπου τα πάντα πωλούνται και αγοράζονται, η Εκκλησία, αν μένει πιστή στην ουσία του μηνύματος της, πρέπει να οδηγήσει τον άνθρωπο μπροστά σ' εκείνο που δεν πωλείται ούτε αγοράζεται, αλλά φωτίζει τα πάντα. Να δώσει μαρτυρία για μια ύπαρξη που βιώνεται ως ιερουργία, ως γιορτή, ως ευχαριστία. Δεν χρειάζεται η Εκκλησία να επιχειρηματολογεί, να προσπαθεί παθιασμένα να πείσει. Αλλά να πει λόγια καρδιάς, να εκπέμψει μια σιωπή που φωτίζει. Η Εκκλησία δεν έχει απάντηση σε όλα, δεν διαθέτει συνταγές. Αλλά το ουσιώδες είναι πως σ' αυτήν μπορεί ο άνθρωπος της κάθε εποχής, του κάθε πολιτισμού να βρει ανάπαυση, να βρει ζωή.

*Ομιλία σε εκδήλωση του ΟΠΕΚ με θέμα "Παγκοσμιοποίηση - Πολιτικές, Οικονομικές, Πολιτιστικές διαστάσεις", τη 14η Νοεμβρίου 2002